Η Σαγήνη του Μηδενός
"Χτύπα με να πεθάνω, χάθηκε το μονοπάτι, / τί να κάνουμε τώρα; Χάσαμε τον δρόμο, / δαίμονες μάγεψαν τ' άλογά μας, / μας οδήγησαν στην ερημιά". - Α. Πούσκιν, "Δαίμονες"
"Τότε βγήκαν οι δαίμονες από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους και όρμησε το κοπάδι βίαια από τον γκρεμό στη λίμνη και πνίγηκε... και βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγεί οι δαίμονες, να κάθεται στα πόδια του Ιησού, ντυμένος και σωφρονισμένος· και φοβήθηκαν". - Λουκάς 8, 33–36
Τούτα τα δύο επιγράμματα προτάσσει ο Ντοστογιέφσκι ως προμετωπίδα στους Δαιμονισμένους. Δεν είναι πάρεργα καλλωπίσματα· είναι ο μίτος ολάκερης της πλοκής και ταυτοχρόνως η ερμηνευτική κλείδα για να αντιληφθεί κανείς ότι ο Ντοστογιέφσκι, ίσως μόνος ανάμεσα στους στοχαστές της εποχής του, διείδε με προφητική ενάργεια την έλευση του ολοκληρωτισμού.
Θα εκκινήσουμε, λοιπόν, από την ευαγγελική εικόνα των δαιμονισμένων χοίρων που ορμούν και κατακρημνίζονται στη λίμνη· και σε αυτήν ακριβώς την εικόνα θα επανέλθουμε στο τέλος. Διότι ενυπάρχει και μία ετέρα λίμνη· τούτη απτή και αληθινή, στην απαρχή ολόκληρου του αφηγήματος.
Η υπόθεση: Μήτρα και Οιωνός
Μιά παγερή νύχτα του Νοεμβρίου του 1869, σ' ένα πάρκο στα περίχωρα της Μόσχας, τέσσερις άνθρωποι θανάτωσαν έναν πέμπτο. Το θύμα ήταν ένας εικοσιδυάχρονος φοιτητής ονόματι Ιβάν Ιβάνοφ. Τον παρέσυραν εκεί με το πρόσχημα ότι θα ανέσυραν από τη γή ένα κρυμμένο τυπογραφικό πιεστήριο. Οι δολοφόνοι ήταν οι ίδιοι οι σύντροφοί του από τον επαναστατικό κύκλο. Τον ξυλοκόπησαν. Τον στραγγάλισαν. Τον πυροβόλησαν. Ύστερα φόρτωσαν το πτώμα με πέτρες και το βύθισαν μέσα από μιά τρύπα στον πάγο μιάς γειτονικής λίμνης. Ο άνθρωπος που ενορχήστρωσε τον φόνο ονομαζόταν Σεργκέι Νετσάγιεφ.
Ας σταθούμε σε αυτή την εικόνα: ένας νέος άνθρωπος κάτω από τον πάγο. Διότι ολόκληρο το επιχείρημα που ακολουθεί κινδυνεύει, άν δεν είμαστε προσεκτικοί, να μετατρέψει τον Ιβάν σε παράδειγμα κάποιου πολιτικού μαρτυρολογίου. Δεν ήταν όμως αφηρημένο σχήμα. Ήταν ένας συγκεκριμένος νέος, με όνομα, ηλικία και βιογραφία· ένας άνθρωπος που πέθανε από τα χέρια των συντρόφων του. Η μετάπλαση του συγκεκριμένου σε αφηρημένο, του ανθρώπου σε αναλώσιμη μονάδα μιάς ιδέας, είναι το θέμα μας. Και είναι μιά ιδέα που αρχίζει πάντοτε από έναν πραγματικό άνθρωπο.
Ο Νετσάγιεφ διέφυγε αργότερα στο εξωτερικό· η αστυνομική όμως έρευνα ξεσκέπασε ένα ευρύ δίκτυο προσώπων συνδεδεμένων μαζί του. Στη δίκη των οπαδών του, η κατηγορία προσκόμισε ένα έγγραφο που προκάλεσε αίσθηση: τον περιβόητο Κατηχισμό ενός Επαναστάτη. Το κείμενο αυτό εξασφάλισε στον συγγραφέα του μιά θέση στην ιστορία· όχι όμως εκείνη που ονειρευόταν, αλλά τη θέση του πατέρα μιάς νόσου που επρόκειτο να λάβει διαστάσεις πανδημίας.
Ο Ντοστογιέφσκι αποκρυπτογράφησε την υπόθεση Νετσάγιεφ όπως αποκρυπτογραφεί κανείς ένα σύμπτωμα. Όχι ως μεμονωμένο ατόπημα, αλλά ως την κορυφή ενός παγόβουνου ηθικής και πνευματικής σήψεως. Από αυτόν τον φόνο κυοφορήθηκε το μυθιστόρημα που γνωρίζουμε ως Οι Δαίμονες· γνωστό επίσης ως Οι Διάβολοι ή Οι Δαιμονισμένοι. Ο χαρακτήρας του Πιότρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι, του ενορχηστρωτή της επαναστατικής ομάδας, εμπνεύστηκε από τον Νετσάγιεφ και τα διδάγματα του Κατηχισμού. Η σημασία του έργου για τον εικοστό αιώνα εν γένει αναδεικνύεται κάθε φορά που συνειδητοποιούμε ότι μερικοί Σταβρόγκιν έδωσαν εξουσία σε χιλιάδες Πιότρ Στεπάνοβιτς να οδηγήσουν κοπάδια ανθρώπινου "κεφαλαίου", για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Νετσάγιεφ, στη σφαγή περίπου εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων, ακριβώς τον αριθμό που είχαν προσδιορίσει ο Σιγκάλιεφ και ο Πιότρ.
Το έργο του Ντοστογιέφσκι δεν συνιστά ρεαλιστική χρονογραφία ενός εγκλήματος, αλλά ανατομία της συλλογιστικής που το εκκόλαψε. Ο ίδιος, όπως το είχε βιώσει στο πετσί του, ξεκίνησε ως αριστερός· μάλιστα ως ενεργό μέλος επαναστατικού κύκλου. Καταδικασμένος στην εσχάτη των ποινών, με καταδίκη που μετατράπηκε σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία ύστερα από μιά εικονική εκτέλεση ενώπιον εκτελεστικού αποσπάσματος, επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη το 1860 ισόβιος αντίπαλος των ιδεών για τις οποίες είχε εξοριστεί. Από τούτη την προσωπική κατάβαση στην άβυσσο, από τούτη τη βιωματική γνώση της ανθρώπινης απόγνωσης και της σαγήνης του μηδενισμού, ανέβλυσε η ικανότητά του να διαβάζει το μέλλον μέσα στα σπάργανα του παρόντος.
Η ανάγνωση που επιχειρείται εδώ είναι μιά ανάγνωση "πρός τα εμπρός"· με το βλέμμα στραμμένο πρός τον εικοστό αιώνα. Δεν αναγιγνώσκουμε τον Νετσάγιεφ ως απόηχο ενός παρωχημένου ρωσικού μηδενισμού, αλλά ως πρόδρομο του επερχόμενου ολοκληρωτισμού. Και η στιγμή που ο Ντοστογιέφσκι συλλαμβάνει την ιδέα με απαράμιλλη διαύγεια είναι εκείνη όπου, "στο όνομα της μελλοντικής απελευθερώσεως, ο άνθρωπος αρχίζει να καταργείται ήδη στο παρόν". Αυτή είναι η θεμελιώδης χειρονομία του ολοκληρωτικού πνεύματος: η μετατροπή του ζωντανού, συγκεκριμένου, αναντικατάστατου προσώπου σε υλικό για μιά αφηρημένη κατασκευή· η θυσία του ανθρώπου στον βωμό ενός φανταστικού που δεν υπάρχει ακόμη. Η ρίζα αυτής της εργαλειοποιήσεως του προσώπου βρίσκεται στη φοβερή απόφανση που διατρέχει, ως υπόγειο ρίγος, το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι: το "όλα επιτρέπονται" των Αδελφών Καραμαζόφ.
Ο Κατηχισμός της Καταστροφής
Για να εμβαθύνουμε στη διορατικότητα του Ντοστογιέφσκι, οφείλουμε πρώτα να αναστοχαστούμε επάνω στο ίδιο το τεκμήριο που τον καθήλωσε και τον κατατρόμαξε. Ο Κατηχισμός ενός Επαναστάτη σύγκειται από είκοσι έξι άρθρα περί της φύσεως της επαναστάσεως. Η πρώτη του πρόταση είναι ήδη ένας ολόκληρος κόσμος: "Ο επαναστάτης είναι ένας καταδικασμένος άνθρωπος". Η ρήση υποδηλώνει ότι η βούληση του επαναστάτη έχει ταυτιστεί με τη βούληση της σκοτεινής ιδέας που τον έχει καταδικάσει σ' αυτόν τον αγώνα· η ιδέα τον κατακυριεύει ολόκληρο. Η καταδίκη του προσώπου είναι ο απέραντος ορίζοντας της ιδέας που ανακύπτει από την ίδια την απεμπόληση της προσωπικότητάς του. Ό,τι ευδοκιμεί δεν είναι η ελεύθερη εκλογή, αλλά μιά ετυμηγορία που δεσμεύει το πρόσωπο και το μέλλον του σε κάτι το οποίο, άπαξ και αποφασίστηκε, θα κατευθύνει τον βίο του από εκείνη τη στιγμή και εφεξής.
Ο επαναστάτης, που υποτίθεται ότι αγωνίζεται για την ελευθερία, εκκινεί απαρνούμενος τη δική του. Δεν διαθέτει προσωπικά συμφέροντα, ούτε υποθέσεις, ούτε αισθήματα, ούτε δεσμούς, ούτε ιδιοκτησία, ούτε κάν όνομα δικό του. Η σχέση του με την ιδέα είναι σχέση κατακτημένου: η ιδέα τον κατέχει όπως το δαιμόνιο κατέχει τον δαιμονισμένο. Και από τούτη την αυτοαναίρεση του επαναστάτη απορρέει, ως αναπόδραστη συνέπεια, η αναίρεση κάθε ετέρου προσώπου. Εφόσον ο ίδιος δεν είναι πλέον σκοπός καθ' εαυτόν αλλά μέσο της ιδέας, τότε και όλοι οι άλλοι μεταβάλλονται σε μέσα. Ο Κατηχισμός διακηρύσσει ανενδοίαστα ότι κάθε μέσο, συνυπολογιζομένων του εκβιασμού και του φόνου, δύναται να επιστρατευθεί για την προώθηση του σκοπού της επαναστάσεως. Η θεμελιώδης αρχή ήταν "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", που κατέστη το σύνθημα του Νετσάγιεφ σε όλη την επαναστατική του σταδιοδρομία.
Υπάρχει ένα άρθρο του Κατηχισμού που διαπραγματεύεται τη στάση του επαναστάτη απέναντι στους ίδιους τους ομοϊδεάτες του και εκεί η εργαλειοποίηση του προσώπου φτάνει στην παγερότερη αποκορύφωσή της: "Όταν ένας σύντροφος βρίσκεται σε κίνδυνο και ανακύπτει το ερώτημα εάν πρέπει να σωθεί ή όχι, η απόφαση δεν πρέπει να ληφθεί με γνώμονα το συναίσθημα, αλλά αποκλειστικά πρός το συμφέρον της επαναστατικής υποθέσεως. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να σταθμιστεί η χρησιμότητα του συντρόφου έναντι της δαπάνης των επαναστατικών δυνάμεων που απαιτείται για τη διάσωσή του και η απόφαση πρέπει να ληφθεί αναλόγως". Στο άρθρο ο άνθρωπος δεν είναι πλέον κάν πρόσωπο· είναι ένα μέγεθος καταχωρισμένο σ' έναν λογιστικό ισολογισμό, μιά μεταβλητή σε μιά εξίσωση κόστους - οφέλους. Η ζωή του αξίζει ακριβώς όσο συνεισφέρει στην υπόθεση, ούτε στάλα παραπάνω.
Ο ίδιος ο Νετσάγιεφ υπήρξε η ενσάρκωση αυτής της αρχής. Ήταν ένας άνθρωπος που έλεγε ψέματα, εξαπατούσε, εκβίαζε, δολοφονούσε. Το πλέον αποκαλυπτικό επεισόδιο δεν είναι κάν ο φόνος του Ιβάνοφ, αλλά ένα έτερο, μικρότερης εμβέλειας πλήν ίσως μείζονος σημασίας. Το 1869 ο Νετσάγιεφ ώθησε συνωμότες να προσυπογράψουν μιά αναφορά, την οποία εν συνεχεία ενεχείρισε στην αστυνομία, ώστε η βάναυση μεταχείριση που θα υφίσταντο να τους σκληρύνει. Πρόκειται για μιά πράξη που αναδεικνύει όσο τίποτε άλλο την ψυχολογία του ολοκληρωτικού μηχανισμού: ο ίδιος ο αρχηγός προδίδει τους οπαδούς του, ως μέθοδο διαπαιδαγωγήσεως. Ο πόνος εργαλειοποιείται. Η προδοσία γίνεται παιδαγωγικό εργαλείο.
Ο Μιχαήλ Μπακούνιν, ο περιώνυμος αναρχικός που αρχικά θέλχθηκε από τον νεαρό φανατικό, θα διαπίστωνε με αποτροπιασμό αυτή τη διάσταση του χαρακτήρα του, καταγράφοντας πως, εάν του σύστηνες κάποιον φίλο, πάραυτα θα αποπειρώνταν να σπείρει διχόνοια, σκάνδαλο και ραδιουργίες ανάμεσά σας· και εάν ο φίλος αυτός διέθετε σύζυγο ή θυγατέρα, θα μηχανευόταν να την αποπλανήσει, για να την αποσπάσει από την επικράτεια της συμβατικής ηθικής. Ακόμη και η ερωτική σχέση, ακόμη και η πιό ιδιωτική πτυχή της ανθρώπινης ζωής, γίνεται πεδίο στρατολογήσεως.
Η ιστορική διαδρομή του Νετσάγιεφ κατέληξε στην πιό απόλυτη απομόνωση. Συνελήφθη από την ελβετική αστυνομία το 1872, εκδόθηκε στη Ρωσία και καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια καταναγκαστικών έργων στο φρούριο των Αγίων Πέτρου και Παύλου· μιά ποινή που ισοδυναμούσε στην πράξη με εσχάτη καταδίκη, εφόσον ουδείς επιβίωνε είκοσι χρόνων σ' εκείνο το κάτεργο. Κι όμως, ακόμη κι εκεί, η σαγήνη της ιδέας αποδείχθηκε ρωμαλεότερη από τα τείχη: ο Νετσάγιεφ κατόρθωσε να προσεταιριστεί τους ίδιους τους δεσμοφύλακές του για να διακινεί αλληλογραφία με επαναστάτες στην αλλοδαπή. Όταν η εκτελεστική επιτροπή της "Λαϊκής Θελήσεως" του υπέβαλε ένα σχέδιο αποδράσεως, εκείνος το απέκρουσε, αποφαινόμενος ότι ο θάνατος του Τσάρου υπερτερούσε σε σπουδαιότητα. Και πράγματι, τον Μάρτιο του 1881, ο Τσάρος Αλέξανδρος Β' δολοφονήθηκε καθώς διέσχιζε τους χιονισμένους δρόμους της Αγίας Πετρουπόλεως. Ακόμη κι η ίδια του η ελευθερία, ακόμη κι η ίδια του η ύπαρξη, υποτάχθηκαν στη λογιστική της υποθέσεως. Ο επαναστάτης παρέμεινε, μέχρι τέλους, ένας καταδικασμένος άνθρωπος.
Το έγκλημα γίνεται μυθιστόρημα
Αξίζει να αναλογιστούμε πώς ακριβώς τούτο το έγκλημα μεταπλάστηκε σε μυθιστόρημα, γιατί η διεργασία αυτή ενέχει τη δική της σημασία. Ο Ντοστογιέφσκι δεν εργάστηκε επάνω σε φήμες ή σε αόριστες εντυπώσεις· εργάστηκε επάνω σε τεκμήρια. Η δίκη των νετσαγιεφιστών, που έγινε το 1871, υπήρξε δημόσια· μία από τις πρώτες μεγάλες δημόσιες πολιτικές δίκες στα χρονικά της αυτοκρατορικής Ρωσίας. Ο Ντοστογιέφσκι παρακολουθούσε τα πρακτικά μέσα από τον Τύπο και ο ίδιος ο Κατηχισμός ενός Επαναστάτη δημοσιεύθηκε στην κρατική εφημερίδα ως τεκμήριο της κατηγορίας. Το μανιφέστο της "ανηλεούς καταστροφής" έφθασε, τουτέστιν, στο ευρύ κοινό διαμέσου του ίδιου του κρατικού μηχανισμού που τούτο επιδίωκε να ανατρέψει.
Ο μυθιστοριογράφος μόχθησε όπως μοχθεί ένας ανακριτής ή ένας δικαστής: συνάθροισε το αρχειακό υλικό, ανέλυσε τις καταθέσεις, ανασυγκρότησε τα ελατήρια των πράξεων. Η διαφορά έγκειται στο ότι εκεί όπου το δικαστήριο αποσκοπούσε να καταλογίσει τις ευθύνες, ο Ντοστογιέφσκι αποσκοπούσε να διεισδύσει σε μιά ψυχή. Το τεκμήριο δεν αποτελούσε γι' αυτόν το πέρας της έρευνας αλλά την αφετηρία της· από τα πρακτικά μιάς δίκης ανέσυρε την ενδόμυχη λογική ενός ολόκληρου ιδεολογικού φαινομένου. Ο ιστορικός Νετσάγιεφ κατακερματίστηκε, εντός του έργου, σε δύο μορφές: στον χειραγωγό Βερχοβένσκι και στον αινιγματικό Σταβρόγκιν.
Το αυθεντικό έγκλημα ήταν, καθ' εαυτό, ένα αστυνομικό συμβάν· φρικώδες, πλήν όμως περιορισμένο. Ό,τι το κατέστησε κάτι το διαχρονικό ήταν η ικανότητα του Ντοστογιέφσκι να διακρίνει, πίσω από το επιμέρους περιστατικό, τη γενική δομή. Δεν αρκέστηκε να στηλιτεύσει τον Νετσάγιεφ ως τέρας· διερωτήθηκε ποιά ιδέα γεννοβολά τέτοια τέρατα. Η απόκριση σ' αυτό το ερώτημα θα τον καθοδηγούσε, μιά δεκαετία αργότερα, στα Αδέλφια Καραμαζόφ και, στη βαθύτερη ρίζα του κακού.
Ο Βερχοβένσκι και η σαγήνη του μηδενός
Ο μικρός κύκλος των επαναστατών μηδενιστών στους Δαιμονισμένους είναι πλασμένος κατ' εικόνα της πραγματικής ομάδας γύρω από τον Νετσάγιεφ. Αυτός ο συνωμοτικός κύκλος κήρυττε το ευαγγέλιο της επαναστατικής καταστροφής και κατέληξε, το 1869, στη δολοφονία ενός αποστάτη του κινήματος, του Ιβάν Ιβάνοφ, που είχε αποστασιοποιηθεί από την επαναστατική τους ψύχωση. Ο κόσμος του μυθιστορήματος είναι "πέραν του καλού και του κακού" και μάλιστα εμφατικά. Ο ηγέτης αυτού του κύκλου, συνάμα δαιμονικός και γελοίος, είναι ο καθαρά κακόβουλος Πιότρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι. Η μεγαλοφυΐα του Ντοστογιέφσκι έγκειται στο ότι δεν κάνει τον Βερχοβένσκι έναν ιδεολόγο πεπεισμένο για την ορθότητα του σκοπού του. Αντιθέτως, ο Βερχοβένσκι ομολογεί μυστικά ότι είναι "απατεώνας, όχι σοσιαλιστής". Και όμως, αυτός ο απατεώνας δεν διστάζει να επικροτεί το κόψιμο "εκατό εκατομμυρίων κεφαλιών"· μιά ανατριχιαστικά ακριβής προφητεία για τον συνολικό αριθμό όσων εξοντώθηκαν από την πολιτική καταστολή στα κομμουνιστικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα. Ο Ντοστογιέφσκι συλλαμβάνει κάτι θεμελιώδες: δεν είναι απαραίτητο να πιστεύεις για να σκοτώνεις. Η ιδεολογία μπορεί να είναι απλώς το πρόσχημα, το ρητορικό περίβλημα μιάς βαθύτερης ορμής.
Ο Βερχοβένσκι είναι ένας δεξιοτέχνης χειραγωγός των επαναστατικών του υποτακτικών, οι οποίοι αισθάνονται την κακία του απέναντί τους ακόμη κι ενώ ενεργούν ως υπάκουοι στρατιώτες του. Τους πείθει ότι είναι ένας από τους αναρίθμητους τέτοιους κύκλους έτοιμους να εξαπολύσουν επαναστατική καταστροφή σε όλη τη Ρωσία· μιά ψευδαίσθηση συλλογικής ισχύος που απομονώνει το πρόσωπο και το καθιστά απόλυτα εξαρτημένο από τον χειραγωγό του.
Υπάρχει μιά διάσταση του Βερχοβένσκι που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, καθώς προεικονίζει ένα κεντρικό γνώρισμα της ολοκληρωτικής ψυχολογίας: η σχέση του με το ψεύδος. Ο πατέρας του, ο Στέπαν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι, εκείνος ο γελοίος και συνάμα συγκινητικός ιδεαλιστής της δεκαετίας του 1840, που ο Ντοστογιέφσκι εθεώρει πνευματικό γενάρχη του μηδενισμού, καταλήγει στη δύση του βίου του, σε μιά σπαρακτική ομολογία: ότι καθ' όλον του τον βίο υπήρξε ψεύτης, ότι ακόμη και οι αλήθειές του ήταν αναληθείς, διότι ουδέποτε μίλησε για την αλήθεια παρά μόνο για τον εαυτό του. Ο ιδεαλισμός του πατρός, με τη ματαιόδοξη αγάπη του για τις εύηχες λέξεις και τις προοδευτικές ιδέες, γεννά τον μηδενιστικό κυνισμό του υιού. Η απόσταση ανάμεσα στον ιδεαλιστή που αγαπά την ανθρωπότητα αφηρημένα και στον τρομοκράτη που φονεύει τους συγκεκριμένους ανθρώπους είναι, στον Ντοστογιέφσκι, μία μόνο γενεά. Ο Στέπαν Τροφίμοβιτς είναι ο Ρουσσώ που γεννοβολά τον Ροβεσπιέρο.
Ο Βερχοβένσκι είναι αποθαμβωμένος από τον Σταβρόγκιν και μοχθεί απεγνωσμένα, με έναν συγκερασμό παγιδεύσεως και πειθούς, να τον προσηλυτίσει. Η επανάσταση που οραματίζεται θα απαιτήσει εν τέλει έναν δεσποτικό ηγήτορα· και θεωρεί ότι η ρωμαλέα βούληση του Σταβρόγκιν, το προσωπικό του χάρισμα και η "ασυνήθιστη ροπή του πρός το έγκλημα" είναι τα απαραίτητα προσόντα για έναν τέτοιον ηγέτη. Ο Ντοστογιέφσκι προεικονίζει το φαινόμενο της προσωπολατρίας που θα χαρακτηρίσει όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: η αφηρημένη ιδέα χρειάζεται έναν αρχηγό που θα γίνει το ζωντανό είδωλο της απροσώπου δυνάμεως. Ο Σταβρόγκιν, με την πνευματική του κενότητα, με την ανικανότητά του να πιστέψει ή να αγαπήσει, είναι η τέλεια οθόνη πάνω στην οποία μπορούν να προβληθούν οι φαντασιώσεις των άλλων· ακριβώς επειδή ο ίδιος δεν είναι τίποτε σταθερό, μπορεί να γίνει τα πάντα για όσους έχουν ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι.
Ο βιογράφος του Ντοστογιέφσκι, ο Ρόναλντ Χίνγκλεϊ, χαρακτήρισε το μυθιστόρημα ως μιά προφητική προειδοποίηση, την οποία η ανθρωπότητα, εξίσου κυριευμένη από συλλογικούς "δαίμονες" κατά τη δεκαετία του 1970 όσο και κατά τη δεκαετία του 1870, καταδεικνύει ανησυχητικά ισχνά σημάδια ότι εισακούει. Η διάγνωση του Ντοστογιέφσκι, όπως τη διατυπώνει σε επιστολή του πρός τον Μάικοφ στις 9 Οκτωβρίου 1870, είναι ότι ο άνθρωπος που χάνει τον λαό του και τις ρίζες του χάνει ταυτόχρονα και την πίστη στους πατέρες του και τον Θεό του. Εδώ, βεβαίως, πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια η θετική πρόταση του Ντοστογιέφσκι, η ρωσική μεσσιανική ορθοδοξία ως αντίδοτο, έχει εγείρει βάσιμες επιφυλάξεις. Οι προσωπικές του αντιλήψεις, ένα νεφελώδες κράμα ρωσικού μεσσιανισμού με μιά μάλλον αμφιλεγόμενη εκδοχή της ορθόδοξης χριστιανοσύνης, δεν ανάγονται σε κάτι ιδιαιτέρως σπουδαίο. Η αξία του Ντοστογιέφσκι έγκειται λιγότερο στη θεραπευτική αγωγή που εισηγείται και περισσότερο στην διάγνωση της νόσου. Η ιδιοφυία του συνίσταται στην ανατομία της καταστροφής. Δεν μας πείθει όταν προτείνει το φάρμακο· μας συγκλονίζει, όμως, όταν περιγράφει την ασθένεια.
Ο Σιγκάλιεφ ή η ειρκτή
Άν υπάρχει μία σκηνή στους Δαίμονες που συμπυκνώνει ολόκληρη την προφητική ισχύ του έργου, είναι η περιβόητη σύναξη του επαναστατικού πυρήνα, όπου ένα από τα μέλη του, ο ζοφερός θεωρητικός Σιγκάλιεφ, εκθέτει το ολοκληρωμένο σύστημά του για την οργάνωση της μεταεπαναστατικής κοινωνίας.
Ο Σιγκάλιεφ είναι ο ιστορικός, ο κοινωνικός θεωρητικός, ο ψυχρός διανοούμενος του κύκλου του Βερχοβένσκι· και η απόφανσή του έχει μείνει ως η πιό πυκνή διατύπωση της ολοκληρωτικής αντινομίας που γράφτηκε ποτέ: "Έχω μπερδευτεί μέσα στα ίδια μου τα δεδομένα και το συμπέρασμά μου βρίσκεται σε άμεση αντίφαση με την αρχική ιδέα από την οποία εκκίνησα. Ξεκινώντας από την απεριόριστη ελευθερία, καταλήγω στον απεριόριστο δεσποτισμό".
Ο Σιγκάλιεφ είναι ο πρόγονος των ολοκληρωτικών θεωρητικών του εικοστού αιώνα. Είναι ο άνθρωπος που ακολουθεί μιά αλυσίδα συλλογισμών έως το έσχατο άκρο της, που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θα αναγνώριζε ως τερατώδες. Και όμως, επιμένει ότι η λογική ακολουθία, άπαξ και τεθεί σε κίνηση, οφείλει να ολοκληρωθεί, ακόμη κι άν το τέρμα της είναι η συντριβή του ανθρώπου.
Το σύστημά του είναι απλό, παγερό και αβυσσαλέο. Η ανθρωπότητα πρέπει να διαιρεθεί σε δύο άνισα μέρη. Το ένα δέκατο θα απολαύσει προσωπική ελευθερία και απεριόριστα δικαιώματα πάνω στα υπόλοιπα εννέα δέκατα. Τα τελευταία θα πρέπει να απολέσουν την ατομικότητά τους και να μεταβληθούν σε αγέλη· σε μιά πειθήνια, ομοιογενή και αδιαφοροποίητη μάζα.
Μέσω της απεριόριστης υποταγής και μέσω μιάς διαδοχής καταναγκαστικών "αναγεννήσεων", αυτή η μάζα θα οδηγηθεί, κατά τον Σιγκάλιεφ, σε μιά κατάσταση πρωταρχικής αθωότητας· σε κάτι που θα θυμίζει τον αρχέγονο παράδεισο, με τη διαφορά ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να εργάζονται.
Ο Ντοστογιέφσκι απεικονίζει τις φαρσικές διασκέψεις του επαναστατικού πυρήνα με σατιρική δεινότητα: ατελείωτες συζητήσεις για το ποιός έχει την αρμοδιότητα να αποφασίσει άν μπορούν κάν να συνέλθουν· σχολαστικές διαδικαστικές έριδες πάνω από την άβυσσο· μικροπρέπειες, φιλοδοξίες και γελοίες ματαιοδοξίες που συνοδεύουν τα πιό αιματηρά οράματα.
Ένα άλλο μέλος, ο Λιάμσιν, προτείνει να τιναχθεί στον αέρα το κατώτερο ενενήντα τοίς εκατό της ανθρωπότητας και να απομείνει μόνο μιά χούφτα μορφωμένων ανθρώπων, οι οποίοι θα αρχίσουν επιτέλους να ζούν ευτυχισμένα, "με μορφωμένο τρόπο". Η σύζευξη του τερατώδους με το γελοίο είναι η ίδια η υφή του ολοκληρωτικού φαινομένου. Εκεί όπου οι πιό αιματηρές αποφάσεις λαμβάνονται με γραφειοκρατική ψυχρότητα· εκεί όπου η εκτέλεση εκατομμυρίων συζητείται σαν τεχνικό ζήτημα, σαν ακαδημαϊκή διαφωνία.
Ο Ντοστογιέφσκι είχε κατανοήσει ότι το κακό στη νεωτερικότητα δεν θα φορούσε κατ’ ανάγκην το πρόσωπο του μελοδραματικού κακούργου. Θα μπορούσε να εμφανισθεί με το προσωπείο του θεωρητικού, του ανθρώπου που έχει "μπερδευτεί μέσα στα ίδια του τα δεδομένα" και ακριβώς επειδή δεν θέλει να παραδεχθεί την αντιφατική του ακολουθία, είναι έτοιμος να θυσιάσει τον άνθρωπο.
Ο "μηδενισμός", όπως αναπτύσσεται στους Δαιμονισμένους, είναι η υποκείμενη ιδέα της σύγχρονης τρομοκρατίας. Η σιγκαλιεφτσίνα, ο όρος που επινοήθηκε για να αποδώσει αυτή τη νοοτροπία, ανέκυψε πρώτα στο σοβιετικό εγχείρημα επιτεύξεως της ουτοπίας διαμέσου της οικοδομήσεως ενός ολοκληρωτικού κράτους. Όπου κι άν αποπειράθηκε το κομμουνιστικό εγχείρημα, το αποτέλεσμα υπήρξε πανομοιότυπο: μιά έκλειψη της ελευθερίας πληρέστερη από οποιαδήποτε ενυπήρχε στις τυραννίες που οι επαναστάτες κατέλυσαν. Διότι η παλαιά τυραννία αρκούνταν συχνά να κυβερνά αυταρχικά τους ανθρώπους· η νέα αξίωνε να ανακατασκευάσει και, την ψυχή.
Από τη μυθοπλασία στην Ιστορία
Οι Δαιμονισμένοι βρήκαν την επαλήθευσή τους στην αιματηρή ιστορία του εικοστού αιώνα· και η γραμμή που συνδέει τον ιστορικό Νετσάγιεφ με τον μπολσεβικισμό είναι ευθεία. Ο ίδιος ο Νετσάγιεφ, που οι πλείστοι Ρώσοι επαναστάτες της εποχής του απεχθάνονταν για την αρχή του ότι ο σκοπός αγιάζει κάθε μέσο, βρήκε τους θαυμαστές του σε μιά μεταγενέστερη γενεά. Ένας εξ αυτών ήταν ο Βλαντιμίρ Λένιν.
Ο Νετσάγιεφ είναι γνωστός ως ο θεμελιωτής της έννοιας του "επαγγελματία επαναστάτη", εκείνου που αφιερώνει ολόκληρη την ύπαρξή του στην υπόθεση, δίχως προσωπικούς δεσμούς, δίχως ιδιωτική ζωή, δίχως ταυτότητα πέραν του ρόλου του. Αυτή ακριβώς η αρχή θα καταστεί ο πυρήνας της λενινιστικής οργανωτικής θεωρίας. Ο πρεσβύτερος αδελφός του Λένιν, ο Αλεξάντρ Ουλιάνοφ, που εκτελέστηκε ύστερα από αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Τσάρου Αλεξάνδρου Γ΄, ανήκε σε μιά οργάνωση που στήριζε το πρόγραμμά της σ' εκείνο του Νετσάγιεφ. Ο ίδιος ο Λένιν αποκαλούσε τον Νετσάγιεφ "Τιτάνα της επαναστάσεως" και παρότρυνε όλους τους κομμουνιστές επαναστάτες να εντρυφήσουν στα έργα του. Πολλοί επαναστάτες εφάρμοσαν επιτυχώς τις μεθόδους και τις ιδέες του Νετσάγιεφ, μεταξύ αυτών ο Λένιν και ο Στάλιν.
Η επίσημη ρωσική ιστοριογραφία της πρώιμης σοβιετικής περιόδου δεν απέκρυπτε αυτή τη συγγένεια. Ακόμη και το 1924, η επίσημη Ιστορία του Ρωσικού Επαναστατικού Κινήματος του Μιχαήλ Ποκρόφσκι υπεδείκνυε ότι ο Νετσάγιεφ προσπόρισε την "ουσία" της συνωμοτικής δομής των μπολσεβίκων και το σχέδιο για τη βίαιη αρπαγή της εξουσίας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι μία από τις πρώτες σημαίνουσες πράξεις του Λένιν στην εξουσία υπήρξε η απόφαση να δολοφονηθεί η βασιλική οικογένεια, εν μέρει για να παγιδεύσει τους ταλαντευόμενους μπολσεβίκους στην αφοσίωσή τους πρός αυτόν. Ήταν η ίδια ακριβώς μέθοδος που ο Νετσάγιεφ είχε εφαρμόσει με την αναφορά που παρέδωσε στην αστυνομία: το έγκλημα ως μέσο συνοχής της ομάδας. Με την πάροδο του χρόνου, όπως συμβαίνει σε τόσα ευδοκιμήσαντα θρησκευτικά κινήματα, ο ιδρυτικός μύθος του μπολσεβικισμού αναδιατυπώθηκε: το αφήγημα όφειλε να παρουσιάζει μιά καθαρή αποστολική διαδοχή από τον Μάρξ στον Λένιν· και εφόσον ο Μάρξ είχε εξαπολύσει σφοδρή επίθεση κατά του Νετσάγιεφ, ο Νετσάγιεφ έπρεπε να εκκαθαριστεί από τη μνήμη.
Στους Δαιμονισμένους, ο χαρακτήρας του Σάτοφ, εκείνος που έχει αρχίσει να αποστασιοποιείται από το κίνημα και να αναζητά εκ νέου τις ρίζες του, δολοφονείται από την ομάδα ακριβώς επειδή η απόσχισή του απειλεί τη συνοχή της. Όπως ο ιστορικός Ιβάνοφ δολοφονήθηκε επειδή αμφισβήτησε τον Νετσάγιεφ, έτσι και ο μυθιστορηματικός Σάτοφ εξοφλεί με τη ζωή του το κόστος της τόλμης να στοχαστεί αυτόνομα. Και η εξόντωση του εσωτερικού αποστάτη θα καθίστατο, στον εικοστό αιώνα, η σφραγίδα του σταλινικού τρόμου. Οι μεγάλες δίκες της Μόσχας, όπου παλαιοί μπολσεβίκοι εξομολογούνταν φανταστικά εγκλήματα προτού εκτελεστούν, δεν ήταν παρά η υπερμεγέθυνση της σκηνής που ο Ντοστογιέφσκι είχε ήδη συγγράψει.
Η επιρροή του Νετσάγιεφ δεν περιχαρακώθηκε στη Ρωσία. Ο Φέλιξ Ντζερζίνσκι, ο ιδρυτής και πρώτος διευθυντής της μυστικής αστυνομίας Τσεκά, εκφράστηκε με λόγια που θα μπορούσαν να είχαν αντληθεί κατευθείαν από τον Κατηχισμό: "Υπερασπιζόμαστε τον οργανωμένο τρόμο· αυτό οφείλουμε να το ομολογήσουμε απερίφραστα. Ο τρόμος είναι απόλυτη αναγκαιότητα σε καιρούς επαναστάσεως". Η απόσταση ανάμεσα στη σορό του Ιβάνοφ κάτω από τον πάγο και στα υπόγεια της Λουμπιάνκα είναι βραχύτερη απ' όσο θα επιθυμούσαμε να πιστεύουμε. Ο Ντοστογιέφσκι προεῖδε τη συγκεκριμένη λογική που θα μετέτρεπε τον κρατικό τρόμο σε θεσμό.
Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, το 1993, αναγνώρισε τη διορατικότητα του Ντοστογιέφσκι: "Πολλοί υποδέχθηκαν τον εικοστό αιώνα ως αιώνα της υπέρτατης λογικής, χωρίς να φαντάζονται καθόλου τις κανιβαλικές φρικαλεότητες που θα έφερνε. Μόνο ο Ντοστογιέφσκι, φαίνεται, προείδε τον ερχομό του ολοκληρωτισμού". Ο Σολζενίτσιν, που είχε ο ίδιος γευτεί το σοβιετικό κάτεργο όπως ο Ντοστογιέφσκι είχε γευτεί το τσαρικό, μιλούσε με την αυθεντία του μάρτυρα.
Η Βέρα Ζασούλιτς: ο τρόμος βρίσκει αποδοχή
Ας κατέλθουμε ξανά από το ύψος των ιδεών στο έδαφος ενός συγκεκριμένου προσώπου, γιατί υπάρχει μιά βιογραφία που φωτίζει την υπόθεση Νετσάγιεφ από μιάν αναπάντεχη σκοπιά. Η Βέρα Ζασούλιτς ήταν, το 1869, εμπεπλεγμένη στον κύκλο του Νετσάγιεφ. Ανακρίθηκε για την υπόθεση Ιβάνοφ, φυλακίστηκε και εξορίστηκε· εξόφλησε δηλαδή ακριβά μιά εφήμερη γνωριμία μ' έναν άνθρωπο του οποίου τις μεθόδους οσονούπω θα αποκήρυττε. Ήταν μιά συνεσταλμένη, μοναχική γυναίκα, που αισθανόταν περισσότερο οικεία με τα βιβλία της παρά με τα όπλα. Κι όμως, εννέα χρόνια αργότερα, το όνομά της θα καθίστατο σύμβολο μιάς ολόκληρης εποχής τρόμου.
Το 1877 ο στρατηγός Τρέποφ, κυβερνήτης της Αγίας Πετρουπόλεως, διέταξε τη μαστίγωση ενός πολιτικού κρατουμένου, του Αρχίπ Μπογκολιούμποφ, επειδή δεν είχε αφαιρέσει το καπέλο του ενώπιόν του. Η πράξη ήταν παράνομη και προκάλεσε αγανάκτηση. Η Ζασούλιτς, πληροφορούμενη το περιστατικό, διέκρινε μιάν αναλογία ανάμεσα στην ταπείνωση του Μπογκολιούμποφ και στα δικά της δεινά στα χέρια του κράτους. Τον Ιανουάριο του 1878 εισήλθε στο γραφείο του Τρέποφ με το πρόσχημα ότι θα του ενεχείριζε μιάν αναφορά, ανέσυρε ένα πιστόλι από την τσάντα της και τον πυροβόλησε, τραυματίζοντάς τον σοβαρά στη λεκάνη. Δεν επιχείρησε καμμία απόδραση. Παραδόθηκε αυτοστιγμεί.
Η κυβέρνηση, βεβαία ότι το σώμα των ενόρκων θα την καταδίκαζε, αποφάσισε να μην την παραπέμψει σε ειδικό πολιτικό δικαστήριο αλλά στα κοινά ποινικά δικαστήρια, με ενόρκους. Επιζητούσε μιά δημόσια επίδειξη νομιμοφροσύνης πρός τον Τσάρο. Η δίκη, τον Απρίλιο του 1878, προκάλεσε δημόσιο πάταγο. Προήδρευε ο διακεκριμένος φιλελεύθερος δικαστής Ανατόλι Κόνι, που διηύθυνε τη διαδικασία αμερόληπτα. Ο συνήγορος υπερασπίσεως, ο Πιότρ Αλεξάντροφ, εκφώνησε μιά σπουδαία αγόρευση που εστίασε στον ευγενή χαρακτήρα της κατηγορουμένης και στις αδικίες που είχε υποστεί, μεταθέτοντας ουσιαστικά το θέμα της δίκης από την ίδια στις πράξεις της κυβερνήσεως. Το ζήτημα δεν ήταν πλέον άν η Ζασούλιτς πυροβόλησε· αυτό ήταν ομολογημένο, αλλά άν το κράτος διέθετε το ηθικό δικαίωμα να την κρίνει. Η στρατηγική εδράστηκε στην έννοια της "κοινωνικής αυτοάμυνας": η κατηγορουμένη παρουσιάστηκε ως θύμα μιάς κοινωνίας που δεν ανεχόταν πλέον την αυθαιρεσία των αρχών. Ενάντια σε κάθε προσδοκία, οι ένορκοι την αθώωσαν. Η ετυμηγορία έγινε δεκτή με έκρηξη χαράς στην αίθουσα και ένα πλήθος έξω από το δικαστήριο τη σήκωσε στους ώμους.
Πότε ο τρόμος αποσπά τη συναίνεση της κοινωνίας; Οι ένορκοι δεν ήταν επαναστάτες. Ήταν συνηθισμένοι Ρώσοι πολίτες. Κι όμως αθώωσαν μιάν ομολογημένη ένοπλη επίθεση εναντίον κρατικού αξιωματούχου, επειδή έκριναν ότι το ίδιο το κράτος είχε απολέσει την ηθική του νομιμοποίηση. Η αθώωση αυτή σήμανε το τέλος των δικών με ενόρκους για πολιτικά εγκλήματα στη Ρωσία, αλλά, ακόμη χειρότερα, πυροδότησε ένα κύμα πολιτικής τρομοκρατίας που κορυφώθηκε την 1η Μαρτίου 1881 με τη δολοφονία του ίδιου του Τσάρου Αλεξάνδρου Β΄. Οι ριζοσπάστες εξέλαβαν την αθώωση ως τεκμήριο ευρείας λαϊκής συμπάθειας για τους σκοπούς τους και ενθαρρύνθηκαν να καταφύγουν στη "διά της πράξεως προπαγάνδα".
Το τραγικότερο στοιχείο της ιστορίας είναι ότι η Ζασούλιτς αποκήρυξε αργότερα την τρομοκρατία ως πολιτική τακτική. Η ίδια είχε αντιληφθεί την πράξη της ως διαμαρτυρία, ως έκκληση πρός τη συνείδηση της κοινωνίας, όχι ως εναρκτήριο λάκτισμα μιάς εκστρατείας δολοφονιών. Έμεινε, όμως, στην ιστορία ως "η ακούσια εισηγήτρια μιάς εποχής τρόμου". Στράφηκε στον μαρξισμό, συνίδρυσε την πρώτη ρωσική μαρξιστική οργάνωση και έγινε τελικά επικρίτρια του ίδιου του Λένιν. Η διαδρομή της, από τον κύκλο του Νετσάγιεφ και την τρομοκρατία που η κοινωνία επικρότησε, ως την απόρριψη της βίας, είναι ένα ολόκληρο μυθιστόρημα που ο Ντοστογιέφσκι δεν χρειάστηκε να γράψει, γιατί το έγραψε η ίδια η ιστορία: μιά κοινωνία που, από αγανάκτηση για την αυθαιρεσία, αρχίζει να επικροτεί τη βία, δεν αντιλαμβάνεται ότι ανοίγει τον δρόμο σε μιά αδικία ασύγκριτα μεγαλύτερη. Διότι η βία που δικαιώνεται ως εξαίρεση σπανίως παραμένει εξαίρεση· συχνά γίνεται μέθοδος, ήθος και, καθεστώς.
"Όλα επιτρέπονται"
Πού εντοπίζεται η φιλοσοφική ρίζα αυτής της εργαλειοποιήσεως του προσώπου; Ο Ντοστογιέφσκι την ανίχνευσε στη φοβερή απόφανση που διατρέχει τα Αδέλφια Καραμαζόφ, το "όλα επιτρέπονται".
Και εδώ πρέπει να ενσκήψουμε στην ίδια τη διατύπωση με ακρίβεια, γιατί η περιπέτεια αυτής της φράσεως είναι καθ' εαυτήν ένα μάθημα. Ορισμένοι αναγνώστες, επιθυμώντας να ανασκευάσουν το θρησκευτικό επιχείρημα, έχουν αρνηθεί ότι μιά τέτοια δήλωση απαντά κάν στα Αδέλφια Καραμαζόφ. Και διαθέτουν, σε ένα στενά γραμματικό επίπεδο, κάποιο έρεισμα: η επακριβής πρόταση "άν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται" δεν εκφέρεται αυτολεξεί από τον Ιβάν με αυτή τη διατύπωση. Ο ίδιος ο Ιβάν διατυπώνει τη σκέψη περιφραστικά, ότι για όποιον δεν πιστεύει στην αθανασία δεν υπάρχει αρετή, ενώ η φράση - κλειδί "όλα επιτρέπονται" ακούγεται από το στόμα άλλων χαρακτήρων ως ιδέα που περιδρέψανε από τον Ιβάν. Στο Μέρος 4, Βιβλίο 11, ο Ντμίτρι Καραμαζόφ την επαναλαμβάνει, ανακαλώντας μιά συνομιλία με τον κυνικό Ρακίτιν: "Χωρίς Θεό και μέλλουσα ζωή; Όλα επιτρέπονται τότε, μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν;»
Η περιπέτεια της φράσεως δεν σταματά εδώ· αντιθέτως, εδώ αρχίζει το πιό ενδιαφέρον κεφάλαιό της. Ο Ζάν-Πώλ Σάρτρ, στη διάλεξή του "Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός" το 1946, απέδωσε στον Ντοστογιέφσκι τη φράση "άν ο Θεός δεν υπήρχε, όλα θα επιτρέπονταν" και τη διακήρυξε ως το ίδιο το αφετηριακό σημείο του υπαρξισμού. Όμως ο Σάρτρ διάβαζε τον Ντοστογιέφσκι διαμέσου γαλλικής μεταφράσεως και η φράση είχε ήδη διανύσει το ταξίδι από τα ρωσικά στα γαλλικά και από εκεί, μέσω του Σάρτρ, στην παγκόσμια φιλοσοφική συζήτηση.
Καθεμία από αυτές τις μεταβάσεις άφησε επάνω της το ίχνος της. Ό,τι στον Ντοστογιέφσκι ήταν μιά περιφραστική, δραματική, εσωτερικά ασταθής ιδέα, ακριβώς επειδή ο ίδιος ο Ιβάν δεν ήταν βέβαιος γι' αυτήν, κατέστη στον Σάρτρ ένα λιτό φιλοσοφικό σύνθημα. Η διπλή μετάφραση παραμόρφωσε μιάν αμφιβολία σε βεβαιότητα και ανήγαγε έναν αγωνιώδη συλλογισμό σε αφορισμό.
Για όποιον έχει νομική παιδεία, το φαινόμενο αυτό είναι οικείο. Όπως μιά νομική διάταξη αλλάζει νόημα καθώς μεταφράζεται από τη μία έννομη τάξη στην άλλη, καθώς περνά από γλώσσα σε γλώσσα και από συμφραζόμενο σε συμφραζόμενο, έτσι και η φράση "όλα επιτρέπονται" απέκτησε, στο ταξίδι της, μία κατηγορηματικότητα που δεν είχε στην πηγή της. Και το εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η ίδια η περιπέτεια της μεταφράσεως έγινε μέρος της φιλοσοφικής ιστορίας της φράσεως: σήμερα την επικαλούμαστε στη σαρτρική της μορφή, όχι στην αρχική ντοστογιεφσκική και η παραμόρφωση έχει γίνει η κανονική εκδοχή. Δεν πρέπει όμως να μας παραπλανήσει ως πρός την ουσία. ο Ιβάν δεν είναι ένας επιπόλαιος μηδενιστής που θέλει να κάνει ό,τι του αρέσει· είναι, αντιθέτως, ένας άνθρωπος που αναζητά απεγνωσμένα τη συνέπεια. Δεν θέλει να γίνει μηδενιστής, θέλει τη συνοχή. Αλλά η συνοχή, απουσία πίστεως, τον οδηγεί στον μηδενισμό.
Η σύνδεση ανάμεσα στο αφηρημένο αξίωμα και τη συγκεκριμένη πράξη επιτελείται στο ίδιο το μυθιστόρημα με αδυσώπητη δραματική οικονομία. Ο Ιβάν διατυπώνει την ιδέα, αλλά δεν είναι αυτός που την εκτελεί. Το αξίωμα το παίρνει στα σοβαρά ο ετεροθαλής αδελφός του, ο Σμερντιάκοφ, ο οποίος, πιστεύοντας στα λόγια του Ιβάν, τα οδηγεί στη φυσική τους κατάληξη και δολοφονεί τον πατέρα τους. Ο Ιβάν περιέρχεται εν τέλει σε παραφροσύνη βλέποντας τη φιλοσοφία του να εφαρμόζεται από τον Σμερντιάκοφ, ο οποίος διατείνεται ότι ο Ιβάν του παρέσχε την άδεια να σκοτώσει. Αυτό είναι το πιό σκοτεινό σημείο του μυθιστορήματος: ο διανοούμενος που διατυπώνει τη θεωρία δεν λερώνει τα χέρια του, αλλά η θεωρία του λερώνει τα χέρια των άλλων. Ο Ιβάν είναι, με τον τρόπο του, ο Νετσάγιεφ που διαφεύγει στην αλλοδαπή, ενώ ο Σμερντιάκοφ είναι οι οπαδοί που απομένουν πίσω για να διαπράξουν το έγκλημα και, να καταβάλουν το τίμημα.
Η γένεση του εγκλήματος
Η διάγνωση του Ντοστογιέφσκι, όπως την ανέλυσε ο Αλμπέρ Καμύ στο Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος, δεν σταματά στην άρνηση του Θεού αλλά προχωρά στην αντικατάστασή του. Ο Καμύ, που θεωρούσε τους Δαιμονισμένους ένα από τα "τέσσερα ή πέντε υπέρτατα έργα" στην ιστορία της λογοτεχνίας και που ο ίδιος το διασκεύασε για τη σκηνή, αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον Ιβάν Καραμαζόφ. Μπορεί κανείς να ζεί σε κατάσταση εξεγέρσεως μόνο επιδιώκοντάς την μέχρι το πικρό τέλος. Και ποιό είναι το πικρό τέλος της μεταφυσικής εξεγέρσεως; Η μεταφυσική επανάσταση. Ο κύριος του κόσμου, αφού αμφισβητηθεί η νομιμότητά του, πρέπει να ανατραπεί. Ο άνθρωπος οφείλει να καταλάβει τη θέση του.
Όπως το θέτει ο Καμύ, εφόσον ο Θεός και η αθανασία δεν υφίστανται, στον νέο άνθρωπο επιτρέπεται να γίνει θεός. Αλλά τί σημαίνει να γίνεις θεός; Σημαίνει, στην πραγματικότητα, να αναγνωρίσεις ότι όλα επιτρέπονται και να αρνηθείς να αναγνωρίσεις οποιονδήποτε έτερο νόμο πέραν του δικού σου. Το να γίνεις θεός σημαίνει να ενστερνιστείς το έγκλημα. Το προσωπικό πρόβλημα του Ιβάν, επομένως, είναι άν θα παραμείνει πιστός στη λογική του· άν, πάνω στο έδαφος μιάς αγανακτισμένης διαμαρτυρίας απέναντι στον πόνο, θα αποδεχθεί τελικά τον φόνο του πατέρα του με την αδιαφορία ενός υπερανθρώπου.
Η διαλεκτική αυτή φωτίζει με εκτυφλωτική διαύγεια τον εσωτερικό μηχανισμό του ολοκληρωτισμού. Όταν ο άνθρωπος αυτοανακηρύσσεται θεός, όταν καταργεί κάθε νόμο πέρα από τη δική του βούληση, τότε οι άλλοι άνθρωποι παύουν να είναι πρόσωπα με απαραβίαστη αξία και μεταβάλλονται σε αντικείμενα διαθέσιμα πρός χρήση, αναμόρφωση, θυσία ή εξόντωση. Ο Ιβάν είναι ο πνευματικός πρόγονος του υπερανθρώπου τον οποίο θα επικαλεσθούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα για να δικαιολογήσουν τη θυσία εκατομμυρίων.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι είχε ήδη ανιχνεύσει αυτή τη λογική στον Ρασκόλνικοφ, τον ήρωα του Εγκλήματος και Τιμωρίας. Ο Ρασκόλνικοφ φονεύει τη γριά τοκογλύφο όχι από ανάγκη, ένδεια ή απελπισία, αλλά για να επαληθεύσει μιά θεωρία: ότι ανήκει στους "εξαιρετικούς" ανθρώπους, σε εκείνους που, όπως ο Ναπολέων, δικαιούνται να υπερβαίνουν τον κοινό ηθικό νόμο, επειδή φαντάζονται ότι φέρουν μέσα τους μιάν ανώτερη ιστορική αποστολή.
Η διαίρεση της ανθρωπότητας σε "ύλη" και σε "εκλεκτούς" είναι, στον πυρήνα της, η ίδια ακριβώς διαίρεση που ο Σιγκάλιεφ θα κωδικοποιήσει αργότερα ως σύστημα: το ένα δέκατο που κυβερνά και τα εννέα δέκατα που υποτάσσονται. Ό,τι στον Ρασκόλνικοφ παραμένει ακόμη ατομική φαντασίωση ενός μοναχικού, πυρετικού φοιτητή, στον Σιγκάλιεφ γίνεται κοινωνική μηχανική· και στον εικοστό αιώνα θα καθίστατο κρατική πολιτική.
Η εξέγερση του Ιβάν εκκινεί από μιά αφετηρία ευγενή: από την άρνησή του να αποδεχθεί έναν κόσμο που περιλαμβάνει τον πόνο των παιδιών. Ο Ιβάν δηλώνει ότι θα "επέστρεφε το εισιτήριό του" στο σύμπαν, ακόμη κι άν αυτό το σύμπαν επρόκειτο, στο τέλος των χρόνων, να καταλήξει σε κάποια τελική αρμονία, δεν μπορεί να αποδεχτεί έναν κόσμο θεμελιωμένο επάνω σε τόσο πόνο.
Ο Καμύ αποκάλεσε τον Ιβάν τον "αληθινό ήρωα" των Αδελφών Καραμαζόφ. Διέκρινε, όμως, ταυτοχρόνως και τον τρομερό κίνδυνο που εγκυμονεί η άρνησή του. Διότι από τη στιγμή που ο άνθρωπος λέει "όχι" στον κόσμο ως πρός την ίδια του την αρχή, γίνεται εύκολο να πεί "όχι" και σε όλα όσα απορρέουν από αυτόν: στις ανθρώπινες σχέσεις, στην ευθύνη απέναντι στον άλλον, ακόμη και στην ίδια τη ζωή. Η ευγενέστερη αγανάκτηση για την αδικία δύναται, μέσα από μιάν αλυσίδα συλλογισμών, να καταλήξει στη νομιμοποίηση κάθε εγκλήματος. Η συμπόνια, όταν αποβαίνει αφηρημένη αρχή, στρέφεται εναντίον των συγκεκριμένων ανθρώπων. Ο Ιβάν, όπως και ο Σιγκάλιεφ που είναι "κάπως φανατικός στην αγάπη του για την ανθρωπότητα", ενσαρκώνει την τραγική αλήθεια ότι η ουτοπία και η πραγματικότητα του τρόμου δεν είναι αντίθετα μεγέθη. Ενίοτε αποτελούν τα δύο διαδοχικά στάδια της ίδιας πνευματικής εκτροπής.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής υπόσχεται στον άνθρωπο, όπως ο Σατανάς υποσχέθηκε στον Χριστό στην έρημο, τα πάντα, με αντάλλαγμα το ένα και μοναδικό πράγμα που καθιστά τον άνθρωπο αληθινά άνθρωπο: την ελευθερία. Αυτή τη φοβερή ελευθερία της βουλήσεώς του να επιλέγει ή να απορρίπτει σε κάθε στιγμή ό,τι η συνείδησή του υποδεικνύει ως ηθικό αγαθό.
Καταπονημένος από αυτή τη διαρκή και μαρτυρική άσκηση της επιλογής, ο Ιεροεξεταστής αποπειράθηκε να εγκαθιδρύσει την "καθολική ευτυχία". Ο Ντοστογιέφσκι συλλαμβάνει την πλέον σαγηνευτική και για τον λόγο αυτόν, την πλέον ολέθρια, μορφή του ολοκληρωτισμού: εκείνη που εμφανίζεται ως ευποιία· και ως απολύτρωση από το άχθος της ελευθερίας.
Ο Ιεροεξεταστής πρεσβεύει ότι η ανθρωπότητα φοβάται εγγενώς την αληθινή ελευθερία, εκλαμβάνοντάς την ως πηγή αγωνίας, συγχύσεως και απελπισίας. Υποστηρίζει ότι, ανακουφίζοντας τους ανθρώπους από αυτή τη φοβερή ελευθερία, προσφέροντάς τους υλικά αγαθά, μιά αδιαφιλονίκητη αυθεντία και έναν σαφή ηθικό κώδικα, τους χαρίζει ευτυχία· έστω και άν πρόκειται για ευτυχία πλανερή, ετεροκαθορισμένη και θεμελιωμένη επάνω σε μιά αυταπάτη. Ο Ιεροεξεταστής αναδιατυπώνει με δεξιοτεχνία τους τρείς πειρασμούς του Χριστού στην έρημο για να ενισχύσει το επιχείρημά του. Ως πρός το ψωμί: ο Χριστός αρνήθηκε να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί, επιμένοντας ότι "ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος"· Ο Ιεροεξεταστής διατείνεται ότι αυτό υπήρξε σφάλμα, διότι οι άνθρωποι ιμείρονται την υλική ασφάλεια υπεράνω όλων· δώσ' τους ψωμί και θα σε ακολουθήσουν, θυσιάζοντας πρόθυμα την ελευθερία τους.
Ως πρός το θαύμα, το μυστήριο και την αυθεντία, ο Ιεροεξεταστής ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι δεν αντέχουν την τραγική μοναξιά της ελεύθερης συνειδήσεως. Επιζητούν κάποιον να τους ενώσει, να άρει από τους ώμους τους το δυσβάστακτο φορτίο της επιλογής, να τους απαλλάξει από την ευθύνη του εαυτού τους. Λαχταρούν μία μοναδική, υπέρτατη και αδιαμφισβήτητη αυθεντία, η οποία θα τους υπαγορεύει όχι μόνο τί πρέπει να πράττουν, αλλά και τί δικαιούνται να πιστεύουν, να ελπίζουν, να φοβούνται.
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής δεν παρουσιάζεται ως μονοσήμαντα κακός. Δεν είναι ένας κοινός τύραννος, ένας δυνάστης, ένας κυνικός σφετεριστής της ανθρώπινης ελευθερίας. Πιστεύει ειλικρινά ότι ενεργεί από αγάπη πρός την ανθρωπότητα· ότι θυσιάζει ακόμη και την ίδια του την ψυχή χάριν της "ευτυχίας" των ανθρώπων.
Όπως και ο Σιγκάλιεφ, έτσι και ο Ιεροεξεταστής ενσαρκώνει την πλέον δαιμονική αντιστροφή των ηθικών κατηγοριών: την τυραννία ως πράξη αγάπης, τη δουλεία ως δώρο, τον δεσπότη ως μάρτυρα. Πρόκειται ίσως για την πιό διεισδυτική ψυχολογική ανατομία του ολοκληρωτικού ηγέτη που έχει ποτέ φιλοτεχνηθεί: όχι του χυδαίου εξουσιομανούς που επιδιώκει την εξουσία χάριν της εξουσίας, αλλά του πεπεισμένου ευεργέτη, ο οποίος καταλύει την ελευθερία, παρουσιάζοντας την πράξη του ως ύστατη μορφή φροντίδας, επειδή διατείνεται ότι γνωρίζει καλύτερα από τους ίδιους τους ανθρώπους το καλό τους.
Για τον Ντοστογιέφσκι, η ελευθερία αποτελεί υποχρέωση και καθήκον· μιά ασκητική δοκιμασία. Επειδή ακριβώς η ελευθερία είναι βάρος και όχι προνόμιο, ο άνθρωπος αδιαλείπτως δελεάζεται να την εκχωρήσει σε κάποιον που θα επωμιστεί για λογαριασμό του το αφόρητο βάρος της επιλογής.
Ο σοβιετικός κομμουνισμός εμφανίζεται έτσι ως εκκοσμικευμένη μορφή του ρωσικού θρησκευτικού μεσσιανισμού: η ίδια αδήριτη λαχτάρα για μία απόλυτη, τελική και καθολική λύτρωση, μεταφρασμένη από τη γλώσσα της Ορθοδοξίας στη γλώσσα της ταξικής πάλης. Η Τρίτη Ρώμη κατέστη η Τρίτη Διεθνής. Ο ολοκληρωτισμός έγινε μιά θρησκεία που απώλεσε τον Θεό της αλλά διατήρησε τη δίψα για το απόλυτο.
Χάνα Άρεντ: η κατάργηση του υποκειμένου
Η Άρεντ, στοχαζόμενη επάνω στη δίκη του Άιχμαν, διατύπωσε τη διάσημη και συχνά παρεξηγημένη φράση περί της "κοινοτοπίας του κακού". Δεν εννοούσε, ασφαλώς, ότι το κακό είναι ασήμαντο ή ευτελές· αλλά ότι μπορεί να τελεσθεί από ανθρώπους απολύτως συνηθισμένους, δίχως δαιμονικά ελατήρια, απλώς ανίκανους να στοχαστούν από τη θέση του άλλου· από γραφειοκράτες που εκτελούν εντολές με την ψυχρή ευταξία του υπηρεσιακού καθήκοντος.
Ο Άιχμαν της Άρεντ, ο άνθρωπος που ενορχήστρωσε τη μεταφορά εκατομμυρίων πρός τον θάνατο με τη νοοτροπία σιδηροδρομικού υπαλλήλου, είναι ο γνήσιος απόγονος του Σιγκάλιεφ που "μπερδεύτηκε μέσα στα δεδομένα του". Και οι δύο είναι πρόσωπα που ακολουθούν έναν συλλογισμό ή μία διοικητική λογική μέχρι το τερατώδες της πέρας, δίχως να ανακοπούν από τη φρίκη, διότι έχουν ήδη απολέσει την ικανότητα να διακρίνουν τον άνθρωπο απέναντί τους. Το κακό, όπως προείδε ο Ντοστογιέφσκι, δεν φέρει κατ' ανάγκην το προσωπείο του μελοδραματικού κακούργου· συχνότερα φέρει το πρόσωπο του ψυχρού λειτουργού.
Η συμβολή της Άρεντ έγκειται στην ανάλυσή της για το τί ακριβώς αφανίζει ο ολοκληρωτισμός. Καταστρέφει, προπάντων, το ίδιο το ανθρώπινο υποκείμενο: την ικανότητα του ανθρώπου να ξεκινάει κάτι νέο, να πράττει αυθορμήτως, να εισάγει στον κόσμο την απρόβλεπτη ενέργεια της ελευθερίας. Ο ολοκληρωτισμός, κατά την Άρεντ, επιδιώκει να καταστήσει τους ανθρώπους περιττούς ως πρόσωπα· να τους μεταβάλει σε μιά δέσμη προβλέψιμων αντιδράσεων, σε δείγματα του ανθρώπινου είδους δίχως ατομικότητα.
Το στρατόπεδο συγκεντρώσεως είναι το σκοτεινό εργαστήριο αυτού του πειράματος. Εκεί ο άνθρωπος αποστερείται πρώτα τα νομικά του δικαιώματα· έπειτα την προσωπικότητα· και τέλος, την ίδια του τη μοναδικότητα, έως ότου να μην απομένει παρά ένα ανώνυμο σώμα, δίχως πρόσωπο, δίχως ιστορία, δίχως βιογραφία.
Υπό αυτό το πρίσμα φωτίζεται η φράση από την οποία εκκινήσαμε: "στο όνομα της μελλοντικής απελευθερώσεως, ο άνθρωπος αρχίζει να καταργείται ήδη στο παρόν". Η "κατάργηση του ανθρώπου" στον ολοκληρωτισμό δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη φυσική εξόντωση· έχει να κάνει με κάτι προγενέστερο και οντολογικά αποτρόπαιο: την κατάλυση της ίδιας της ικανότητάς του να υπάρχει ως υποκείμενο, να αρχίζει, να επιλέγει, να πράττει ελεύθερα.
Ο Σιγκάλιεφ το είχε διατυπώσει με ανατριχιαστική ακρίβεια: τα εννέα δέκατα των ανθρώπων πρέπει να "χάσουν την ατομικότητά τους και να γίνουν, τρόπον τινά, ένα κοπάδι". Αυτό ακριβώς περιγράφει η Άρεντ ως έσχατο σκοπό του ολοκληρωτικού εγχειρήματος: την εξάλειψη εκείνης της ελεύθερης, ανυπότακτης βουλήσεως που καθιστά τον άνθρωπο όχι απλό μέλος ενός είδους, αλλά πρόσωπο.
Ό,τι ο Ντοστογιέφσκι είχε συλλάβει ως δράμα, η Άρεντ το ανέλυσε ως πολιτική δομή. Και οι δύο κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: η ουσία του ολοκληρωτισμού είναι η κατάργηση του προσώπου.
Ο Ντοστογιέφσκι και ο Κόνραντ
Στον Μυστικό Πράκτορα και ακόμη περισσότερο, στο Με τα Μάτια ενός Δυτικού, μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται εντός των ρωσικών επαναστατικών κύκλων, ο Κόνραντ ανατέμνει την ίδια παθολογία που είχε στοιχειώσει τον Ντοστογιέφσκι. Η σύγκριση είναι διαφωτιστική, όχι για να μειώσει τον έναν πρός όφελος του άλλου, αλλά για να καταδείξει τί ακριβώς καθιστά τον Ντοστογιέφσκι μοναδικό.
Ο Κόνραντ είδε τη φρίκη. Διέκρινε την ηθική σήψη, την προδοσία, τον παραλογισμό της τρομοκρατικής νοοτροπίας, την παγερή αδιαφορία των συνωμοτών απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Υπήρξε, ως πρός τούτο, παρατηρητής οξυδερκής, άτεγκτος και ανελέητος. Ο Κόνραντ παρατηρεί το φαινόμενο έξωθεν, με την απόσταση ενός σκεπτικιστή που αποστρέφεται τον φανατισμό, αλλά δεν εισέρχεται στα έγκατά του. Ο Ντοστογιέφσκι, απεναντίας, διέγνωσε τη λογική της φρίκης· την ορμή που οδηγεί από την αθώα φαινομενικά ιδέα στη σορό κάτω από τον πάγο. Ο Κόνραντ μάς δεικνύει ανθρώπους διεφθαρμένους· ο Ντοστογιέφσκι μάς δεικνύει πώς η ευγενέστερη ιδέα, ακολουθούμενη με συνέπεια, γεννά τη διαφθορά. Ο ένας περιγράφει το αποτέλεσμα· ο άλλος ανατέμνει το γενεσιουργό αίτιο. Ο ένας αποτυπώνει τη νοσηρή επιφάνεια του κακού· ο άλλος εισχωρεί στη σκοτεινή του κυοφορία.
Αυτή η διαφορά δεν είναι ζήτημα ταλέντου αλλά ζήτημα εμπειρίας. Ο Ντοστογιέφσκι είχε σταθεί ο ίδιος ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος· είχε ζήσει ανάμεσα στους κατάδικους της Σιβηρίας· είχε πιστέψει, ως νέος, σε εκείνες ακριβώς τις ιδέες που αργότερα στηλίτευσε. Δεν έγραφε για τον μηδενισμό ως εξωτερικός ανατόμος ενός αλλότριου πάθους, αλλά ως άνθρωπος που είχε αισθανθεί τη σαγήνη του ένδοθεν και είχε διασωθεί από αυτήν. Ο Κόνραντ περιγράφει την αρρώστια από την κλίνη του θεατή· ο Ντοστογιέφσκι την περιγράφει ως πρώην ασθενής που εξακολουθεί να θυμάται τον πυρετό.
Η κατάργηση του ανθρώπου στο παρόν
Η ολοκληρωτική λογική ερείδεται στην αντιστροφή του χρόνου: θυσιάζει το βέβαιο παρόν χάριν ενός αβέβαιου μέλλοντος, τον πραγματικό άνθρωπο χάριν ενός φαντασιακού ανθρώπου, το πρόσωπο στην αφηρημένη ανθρωπότητα. Ο Νετσάγιεφ φόνευσε τον Ιβάνοφ επ' ονόματι μιάς επαναστάσεως που δεν είχε συντελεστεί. Ο Σιγκάλιεφ υποδούλωσε τα εννέα δέκατα επ' ονόματι μιάς μελλοντικής αθωότητας. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής κατέλυσε την ελευθερία στο όνομα μιάς επερχόμενης ευδαιμονίας. Σε κάθε περίπτωση, ο συγκεκριμένος άνθρωπος του παρόντος προσφέρεται ως θυσία στο είδωλο ενός αφηρημένου ανθρώπου του μέλλοντος.
Ο Ντοστογιέφσκι διέγνωσε ότι η εργαλειοποίηση του προσώπου είναι η αναπόδραστη συνέπεια μιάς μεταφυσικής αποφάσεως. Από τη στιγμή που η αξία του ανθρώπου παύει να είναι απόλυτη και καθίσταται σχετική, σχετική πρός τη χρησιμότητά του, τη συνεισφορά του στην υπόθεση, τη θέση του στο ιστορικό σχέδιο, τότε διανοίγεται ο δρόμος για κάθε φρικαλεότητα.
Ο άνθρωπος που δεν συνεισφέρει, που παρεμποδίζει, που ανήκει στη "λανθασμένη" τάξη, στη "λανθασμένη" εθνότητα, στη "λανθασμένη" γενιά ή στη "λανθασμένη" ιστορική στιγμή, δύναται να εξαλειφθεί δίχως ηθικό κόστος, διότι δεν διαθέτει πλέον αξία καθ' εαυτόν, παρά μόνο ως μέσο. Αυτή είναι η λογική του γκουλάγκ και του στρατοπέδου συγκεντρώσεως· η λογική που παύει να βλέπει πρόσωπα και αρχίζει να αριθμεί ανθρώπους σε "κεφάλαιο" και σε "εκατομμύρια κεφαλιών".
Όπως προειδοποιούν οι Δαιμονισμένοι, εκείνο που εξαγγέλλεται ως απεριόριστη ελευθερία καταλήγει, νομοτελειακά, στην ολοκληρωτική τυραννία.
Εδώ, ωστόσο, επιβάλλεται μία διευκρίνιση, χάριν πνευματικής εντιμότητας. Πολλοί σύγχρονοι σχολιαστές ιδιοποιούνται τον Ντοστογιέφσκι με ύποπτη ευχέρεια, στρέφοντας τη σιγκαλιεφτσίνα σαν ρόπαλο εναντίον των εκάστοτε πολιτικών τους αντιπάλων· άλλοι εναντίον της αριστεράς, άλλοι εναντίον της δεξιάς, καθένας ανευρίσκοντας στους Δαιμονισμένους την καταδίκη του αντιπάλου του.
Υπάρχει μία πικρή ειρωνεία σ' αυτό. Διότι το να εργαλειοποιεί κανείς τον Ντοστογιέφσκι προκειμένου να απαξιώσει τον αντίπαλό του συνιστά, κατά βάθος, ακριβώς τη νοοτροπία που το έργο του καταγγέλλει. Η εντιμότερη ανάγνωση αναγνωρίζει ότι η σιγκαλιεφτσίνα ως λογική, η θυσία του προσώπου στην αφαίρεση, δύναται να αναφανεί σε οποιοδήποτε στρατόπεδο, αριστερό ή δεξιό, θρησκευτικό ή κοσμικό, επαναστατικό ή αντιδραστικό. Η αξία του Ντοστογιέφσκι δεν είναι ότι μας παρέχει ένα ρόπαλο εναντίον των άλλων, αλλά ότι μας υποχρεώνει να σταθούμε ενώπιον του καθρέφτη μας. Ο δαίμονας που ανέτεμε δεν ενοικεί πάντα στον αντίπαλο· ενοικεί, δυνάμει, σε κάθε άνθρωπο και κάθε ιδεολογία που είναι πρόθυμη να θυσιάσει τον συγκεκριμένο και ανεπανάληπτο άνθρωπο στο όνομα ενός αφηρημένου μέλλοντος.
Η Κληρονομιά του Ντοστογιέφσκι
Ο Ντοστογιέφσκι δεν ήταν συστηματικός φιλόσοφος· οι καταφατικές του θέσεις, το ρωσικό μεσσιανικό όραμα, έχουν δικαιολογημένα εγείρει επιφυλάξεις. Ούτε ήταν ένας ψυχρός προγνώστης που ανεγίγνωσκε το μέλλον σε κάποια αφηρημένη σφαίρα ιδεών. Ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε υπό φοβερή πίεση, κατατρυχόμενος από χρέη και από επιληπτικές κρίσεις που τον έριχναν κατάχαμα και τον άφηναν εξουθενωμένο για μέρες. Ξεκίνησε τους Δαιμονισμένους ως ένα πολιτικό φυλλάδιο εναντίον των ριζοσπαστών και το έργο του διογκώθηκε, εμβάθυνε, κατέστη τραγωδία παρά τη βούλησή του. Έχασε τον μικρό του γιό, τον Αλιόσα, κατά τη διάρκεια της συγγραφής των Αδελφών Καραμαζόφ και χάρισε το όνομα του νεκρού υιού του στον αγνότερό του ήρωα. Έγραφε εσπευσμένα, συχνά για να προφτάσει προθεσμίες τυπογραφείων, εκποιώντας εκ των προτέρων κεφάλαια που δεν είχε ακόμη συλλάβει. Πίσω από κάθε σελίδα υπάρχει το χέρι του που τρέμει· από τη νόσο, από το χρέος, από το πένθος. Το έργο του δεν κατήλθε από κάποιον άχραντο ουρανό των ιδεών· ανέβλυσε από τα σπλάχνα ενός βασανισμένου ανθρώπου, ο οποίος είχε ο ίδιος γευθεί, όλα όσα περιέγραφε· κατήλθε στην άβυσσο του μηδενισμού, διέσχισε τα έγκατά της και πέρασε στην άλλη πλευρά. Σχολιάζοντας τους επικριτές των Αδελφών Καραμαζόφ, έγραψε με περιφρόνηση ότι οι ανόητοι χλεύασαν τον σκοταδισμό της πίστεώς του, δίχως να δύνανται κάν να συλλάβουν μιά τόσο ρωμαλέα άρνηση του Θεού όσο εκείνη που ο ίδιος είχε εκφράσει· θα μπορούσε κανείς να ερευνήσει ολόκληρη την Ευρώπη ματαίως για μιά τόσο σθεναρή έκφραση αθεΐας.
Ο πειρασμός που ανέδειξε δεν αποτελεί ένα ιστορικό φαινόμενο, περιορισμένο σε έναν συγκεκριμένο αιώνα ή σε μία παρωχημένη ιδεολογική συγκυρία· είναι μόνιμη δυνατότητα της ανθρώπινης καταστάσεως. Όποτε μιά ιδεολογία υπόσχεται την τελική απελευθέρωση με τίμημα τη θυσία του συγκεκριμένου ανθρώπου στο παρόν· όποτε η αγάπη για την αφηρημένη ανθρωπότητα καθίσταται πρόσχημα για τη σκληρότητα απέναντι στον συγκεκριμένο πλησίον· τότε ο δαίμονας που ο Ντοστογιέφσκι διέγνωσε αναβιώνει.
Ας επιστρέψουμε στην αρχή: οι δαίμονες εξέρχονται από τον άρρωστο άνθρωπο, εισέρχονται στο κοπάδι των χοίρων και το κοπάδι ορμά από τον κρημνό στη λίμνη και πνίγεται. Ο Ντοστογιέφσκι ανεγίγνωσκε αυτή την εικόνα ως αλληγορία της Ρωσίας: οι δαιμονικές ιδέες εξέρχονται από τα πρόσωπα και κατακυριεύουν το έθνος, ωθώντας το πρός την καταστροφή. Υπάρχει, όμως, και μία άλλη λίμνη· όχι πιά η ευαγγελική, αλλά η ιστορική, η πραγματική: εκείνη όπου βυθίστηκε η σορός του Ιβάν Ιβάνοφ κάτω από τον πάγο, μιά νύχτα του Νοεμβρίου του 1869. Το κοπάδι των δαιμονισμένων χοίρων που κατακρημνίζεται στα νερά και ο νεαρός φοιτητής που βυθίζεται στην παγωμένη λίμνη είναι η ίδια εικόνα: ο άνθρωπος που αφανίζεται όταν οι ιδέες παύουν να υπηρετούν τη ζωή και αρχίζουν να την καταβροχθίζουν. Η σορός κάτω από τον πάγο ήταν η πρώτη σελίδα ενός μαρτυρολογίου που θα αριθμούσε εκατό εκατομμύρια ονόματα. Και η απαρχή όλης αυτής της φρίκης εντοπίζεται στην αφηρημένη απόφανση του Ιβάν Καραμαζόφ: "όλα επιτρέπονται".
Ο Ντοστογιέφσκι προείδε τον ερχομό του ολοκληρωτισμού ως ζωντανό δράμα και ως τραγωδία συγκεκριμένων προσώπων που παρασύρονται από τη λογική της αρνήσεως μέχρι την τελική άβυσσο. Μέσα από τον Νετσάγιεφ και τον Βερχοβένσκι, τον Σιγκάλιεφ και τον Ιβάν, τον Σμερντιάκοφ και τον Μέγα Ιεροεξεταστή, ανέδειξε πως ο δρόμος πρός την κόλαση του εικοστού αιώνα ήταν στρωμένος όχι με κακές προθέσεις αλλά με ιδέες· με την κατ' επίφασιν αθώα, κατ' επίφασιν χειραφετητική ιδέα ότι, εφόσον ο Θεός είναι νεκρός, όλα επιτρέπονται. Η προειδοποίησή του παραμένει, εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, τόσο επίκαιρη όσο την ημέρα που γράφτηκε. Και η ανθρωπότητα, όπως παρατήρησε ο βιογράφος του, εξακολουθεί να καταδεικνύει ανησυχητικά ισχνά σημάδια ότι την εισακούει...



