Τα Καφενεία της Βιέννης στη δεκαετία του 1920
Είναι χειμώνας του 1913. Στο Café Central της Βιέννης, κάτω από τους γοτθικούς θόλους του άλλοτε Palais Ferstel, ένας ψηλόλιγνος άνδρας με τα γυαλιά να γλιστρούν ανεπαίσθητα στη ράχη της μύτης, παραμένει επί ώρες σκυμμένος πάνω από μιά σκακιέρα, δοκιμάζοντας την ευστροφία του απέναντι σε αντιπάλους, χωρίς να υποψιάζεται ότι οι δρόμοι τους δεν θα διασταυρωθούν ξανά. Λέγεται Λέων Τρότσκι: εξόριστος επαναστάτης, παλαιός θαμώνας του Central. Όταν, λίγο αργότερα, ο υπουργός των Εξωτερικών της Αυστρίας, κόμης Berchtold, πληροφορηθεί ότι ο Τρότσκι μηχανεύεται τον ξεσηκωμό της Ρωσίας, αντιδρά με περιφρονητική αδιαφορία: "Ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος; Ένας καφενόβιος που κάθεται στο Café Central;"
Η σκηνή αυτή συνιστά την εμβληματική μικρογραφία ενός θεσμού που, στη δεκαετία του 1920, θα αναδειχθεί σε ένα από τα πλέον γόνιμα εργαστήρια της νεωτερικής σκέψης που γνώρισε η Ευρώπη. Πλάι στον Τρότσκι καθόταν άλλοτε ο Peter Altenberg, ο "ποιητής των παρεκκλίσεων", που είχε ως επίσημη ταχυδρομική διεύθυνση το ίδιο το καφενείο, αρνούμενος πεισματικά να αποκτήσει μόνιμη κατοικία. Κι αύριο, ίσως, στην ίδια αίθουσα θα βρισκόταν ο Joseph Roth, με μάτια κατακόκκινα από την αγρυπνία και το αλκοόλ, να γεμίζει χαρτοπετσέτες με πυκνογραμμένες σημειώσεις για το επόμενο feuilleton του· πενθώντας μιά χαμένη αυτοκρατορία κι έναν κόσμο που αρνιόταν να αναγνωρίσει το τέλος του.
Το βιεννέζικο καφενείο της μεσοπολεμικής περιόδου μπορεί να ιδωθεί ως αυτό που ο Jürgen Habermas θα ονόμαζε "δημόσια σφαίρα"· Ωστόσο η βιεννέζικη εκδοχή αυτής της σφαίρας φέρει μιά ιδιαιτερότητα που την καθιστά μοναδική: διαθέτει έντονα αισθητικό χαρακτήρα. Συγχρόνως αναδεικνύεται η απάθεια - Blasiertheit, ως αμυντικός μηχανισμός του αστικού υποκειμένου απέναντι στην υπερδιέγερση της μητρόπολης. Το καφενείο αποτελεί τον κατεξοχήν τόπο όπου η απάθεια αυτή αλχημίζεται, σχεδόν αντινομικά: εδώ ο "ξένος", εκείνη η μορφή που "σήμερα είναι εδώ και αύριο αλλού" , αποκτά επιτέλους τον δικό του χώρο.
Οι "αρκάδες", οι σκεπαστοί εμπορικοί περίπατοι που άνθησαν στον 19ο αιώνα, αποτελούσαν κατεξοχήν μεταιχμιακά περάσματα: ζώνες ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό. Κατά αναλογία, το βιεννέζικο καφενείο συνιστούσε μία αντίστοιχη "αρκάδα" της νεωτερικής σκέψης, ένα καταφύγιο όπου η ιδιωτική διάνοια εκτίθεται δίχως να εκτίθεται.
Ανακύπτει τότε, το ερώτημα: γιατί η Βιέννη και γιατί η δεκαετία του 1920; Τί καθιστά αυτή την πόλη, σε εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή, τόσο ανεπανάληπτη; Η απάντηση βρίσκεται σε ένα σύμπλεγμα ιστορικών εντάσεων και αντιφάσεων που θα ανιχνεύσουμε, ξεκινώντας πάντοτε από το απτό.
Η Βιέννη μετά τον Πόλεμο
Φανταστείτε να ξυπνάτε ένα πρωινό του 1919 και η πόλη σας, έως χθες πρωτεύουσα μιάς επικράτειας πενήντα δύο εκατομμυρίων υπηκόων, να έχει καταλήξει, εν μία νυκτί, κεφαλή ενός κράτους έξιμισι εκατομμυρίων. Τα υπουργεία, οι πρεσβείες, τα ανάκτορα, οι επιτελείς, οι διπλωμάτες, τα αυτοκρατορικά αρχεία: όλα εξακολουθούν να βρίσκονται στη θέση τους, αλλά ο σκοπός τους έχει αλλάξει.
Μέχρι το 1918, η Βιέννη ήταν η πρωτεύουσα της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, ενός κράτους που συμπεριελάμβανε τουλάχιστον δεκατρείς εθνότητες και αποτελούσε ένα από τα κορυφαία αστικά κέντρα του κόσμου. Μετά τη Συνθήκη του Saint-Germain-en-Laye το 1919, η πόλη κατέστη η κεφαλή ενός ακρωτηριασμένου κράτους, ό,τι οι σύγχρονοι αναλυτές αποκαλούσαν "Wasserkopf" - μιά υδροκέφαλη πρωτεύουσα. Ο Stefan Zweig, στο αυτοβιογραφικό του έργο "Ο Κόσμος του Χθές" το 1942, συλλαμβάνει αυτή τη συνθήκη μελαγχολικά: "Ήμασταν", γράφει, "πολίτες μιάς αυτοκρατορίας που δεν υπήρχε πιά, με διαβατήρια ενός κράτους που κανείς δεν ήθελε".
Κι όμως η κατάρρευση δεν παρήγαγε μόνο ακινησία και πένθος. Γέννησε επίσης και μιά αξιοθαύμαστη δημιουργική έξαρση. Η βιεννέζικη αστική τάξη του τέλους του 19ου αιώνα αντέδρασε στις πολιτικές προκλήσεις στρεφόμενη πρός την αισθητική. Στη δεκαετία του 1920, αυτή η παράδοση αισθητικής αναδίπλωσης δεν εκλείπει, αλλά επενδύεται με μιά επείγουσα επιπλέον εσχατολογική διάσταση· με την αίσθηση της αλληγορίας του θραύσματος που επιβιώνει ακριβώς επειδή έχει αποσπασθεί από το απολεσθέν όλον.
Ταυτοχρόνως, η "Red Vienna", η σοσιαλδημοκρατική δημοτική διοίκηση που κυριάρχησε από το 1919 έως το 1934, εγκαινιάζει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κοινωνικής πολιτικής. Τα μνημειώδη Gemeindebauten, τα πλέγματα δημόσιας παιδείας, υγειονομικής μέριμνας και πολιτιστικής αγωγής, το Karl-Marx-Hof, το αρχιτεκτονικό μανιφέστο της σοσιαλδημοκρατικής ουτοπίας, διαμορφώνουν μιά Βιέννη εγγενώς διχασμένη: τα παρηκμασμένα, πλήν ακόμη επιβλητικά, ανάκτορα της Ringstrasse συνορεύουν με κολοσσιαία εργατικά συγκροτήματα· η αστική μελαγχολία για την χαμένη αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια συνυπάρχει με την προσδοκία ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.
Η οικονομική αστάθεια της δεκαετίας επιφέρει συνέπειες ουδόλως αμελητέες για τον θεσμό του καφενείου. Κατά την υπερπληθωριστική δίνη των ετών 1921-1922, πλήθος Βιεννέζων αδυνατεί πλέον να θερμάνει τις οικίες του. Ο Egon Erwin Kisch, ο επονομαζόμενος rasende Reporter της βιεννέζικης δημοσιογραφίας, περιγράφει πώς το φλιτζάνι του καφέ υποκαθιστά για πολλούς την κεντρική θέρμανση: το καφενείο μετατρέπεται σε ταχυδρομική διεύθυνση, σε αυτοσχέδιο γραφείο, σε αναγνωστήριο, σε σαλόνι, σε διαρκές παρατηρητήριο του κόσμου και όλα αυτά έναντι του ευτελούς τιμήματος ενός Kleiner. Ανάμεσα σε εκείνους που διαβιούν εντός των τοίχων του συγκαταλέγεται και ο Roth, όπως και αναρίθμητοι άλλοι, εκτοπισμένοι από την ένδεια στη μόνη εναπομείνασα "δωρεάν" αστική θαλπωρή.
Η Βιέννη της περιόδου αυτής διακρίνεται από τη διευρυμένη διάχυση του πολιτικού στοιχείου σε κάθε πτυχή της αστικής εμπειρίας. Υπό το πρίσμα αυτό, το καφενείο δεν συνιστά απλώς τόπο αναψυχής ή αργόσχολων συναναστροφών, αλλά πεδίο συγκρότησης ταυτοτήτων. Όμως ποιά ήταν ακριβώς η υλική και χωρική δομή αυτών των χώρων; Ποιά απτή πραγματικότητα θεμελιώνει τη δυνατότητά τους να παράγουν τόσο πυκνές μορφές κοινωνικής συμβίωσης;
Αρχιτεκτονική και Υλικότητα
Εισέρχεται κανείς στο Café Central. Ανακόπτει το βήμα του. Σηκώνει το βλέμμα.
Οι γοτθίζοντες θόλοι ανέρχονται σε ύψος που υπερβαίνει τα δέκα μέτρα. Κίονες από κοκκινίζον μάρμαρο προσδίδουν στον χώρο ρυθμική μεγαλοπρέπεια. Τα τόξα ανακαλούν τη μορφολογία μεσαιωνικής βασιλικής, πλήν όμως η ατμόσφαιρα παραμένει αστική, οικεία, σκηνογραφική. Κατά μήκος των τοίχων, ευρύτατοι καθρέπτες αντανακλούν το παρόν στο άπειρο: κάθε πρόσωπο πολλαπλασιάζεται, κάθε διάλογος δύο ανδρών γίνεται ξαφνικά δεκάδων.
Η θεατρικότητα αυτή αποτελεί συνειδητή αρχιτεκτονική σύλληψη. Η ιστορία των αισθήσεων, των οσφρητικών, οπτικών και ακουστικών προσλήψεων συνιστά αναπόσπαστη διάσταση της κοινωνικής ιστορίας. Στο βιεννέζικο καφενείο, κάθε αισθητηριακός παλμός φέρει κοινωνική σημειολογία: ο καπνός των πούρων, που αιωρείται σαν ομίχλη κάτω από τους θόλους· το άρωμα του καφέ, το οποίο διαποτίζει τα υφάσματα· ο υπόκωφος κρότος των πορσελάνινων φλιτζανιών ως ηχητικό υπόστρωμα της ανάγνωσης και των συνομιλιών.
Η βαρύτητα των καθρεπτών υπερβαίνει τη διακόσμηση. Εντός του ψυχαναλυτικού πολιτισμού της Βιέννης, της πόλεως όπου ο Freud αναπτύσσει και θεμελιώνει το έργο του, ο καθρέπτης αποκτά ειδικό συμβολικό φορτίο. Το καφενείο αναδεικνύεται σε ένα ιδιότυπο stade du miroir της αστικής ταυτότητας, όπου το πρόσωπο συλλαμβάνει τον εαυτό του μέσω της αντανάκλασής του εντός του κοινωνικού πλήθους.
Οι καρέκλες Thonet, με την ελλειπτική καμπυλότητα της φόρμας τους, τον ανθεκτικό σκελετό και την υποδειγματική τους αντοχή, αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο. Ο Michael Thonet, στα μέσα του 19ου αιώνα, δημιούργησε ένα αντικείμενο που θα εξαγόταν σχεδόν οικουμενικώς, στην παγκόσμια αγορά· η εμβληματική καρέκλα Νο. 14 παρήχθη σε εκατοντάδες εκατομμύρια τεμάχια. Η επιτυχία της δεν περιορίσθηκε στην αισθητική της ευρυθμία· υπήρξε συγχρόνως εργονομική, οικονομική και κοινωνιολογική. Πρόκειται για ένα κάθισμα που επιτρέπει την παρατεταμένη παραμονή άνευ καταπόνησης, επαρκώς ελαφρό ώστε να μετακινείται ευχερώς, αλλά και επαρκώς στιβαρό για να νιώθεις ότι "ανήκεις" σε έναν τόπο. Ο Le Corbusier θα την αποκαλούσε αργότερα "ευγενέστατη μορφή", ενώ ο Walter Gropius θα την εντάξει στο Bauhaus ως πρότυπο.
Και κατόπιν εμφανίζεται το Café Museum. Ο Adolf Loos, ο αρχιτέκτων και στοχαστής που στο ριζοσπαστικό του δοκίμιο Ornament und Verbrechen το 1910, είχε δηλώσει ότι η διακόσμηση ισοδυναμεί με έγκλημα, σχεδίασε το Café Museum το 1899, ως το εκ διαμέτρου αντίθετο παράδειγμα. Άρνηση κάθε επιφανειακής επιτήδευσης: λευκοί τοίχοι, αυστηρή γεωμετρία, παντελής απουσία διακοσμητικών στοιχείων. Οι Βιεννέζοι το προσωνόμασαν αμέσως "Café Nihilismus", με ένα κράμα θαυμασμού και σκανδαλισμένης αμηχανίας. Διαπιστώνεται έτσι μιά έντονη αισθητική αντιπαράθεση:
αφ’ ενός τα εκλεκτικιστικά, βελουδένια, γυψόκοσμα καφενεία της Ringstrasse - παραδόσεως, αφ’ ετέρου η ασκητική λιτότητα. Η σύγκρουση αυτή είναι ταυτοχρόνως ιδεολογική, φιλοσοφική και βαθύτατα πολιτική.
Το ηλεκτρικό φώς, το οποίο εγκαθίσταται βαθμηδόν στα βιεννέζικα καφενεία κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, δημιουργεί μιά ομοιογενή και αδιάπτωτη φωτεινότητα που επιμηκύνει τον χρόνο, αναστέλλοντας τη φυσική εναλλαγή ημέρας και νυκτός. Ο θαμώνας δύναται να γράφει τα μεσάνυχτα υπό το φώς που τον συνόδευε το μεσημέρι· ο χρόνος καθίσταται ελαστικός, αποδεσμευμένος από τους φυσικούς κύκλους.
Στο βιεννέζικο καφενείο ο χρόνος δεν ρέει σύμφωνα με τους ρυθμούς της αγοράς αλλά σύμφωνα με τους ρυθμούς της συζήτησης, της σκέψης, της αισθητικής εμπειρίας. Η ιδιοτυπία αυτή αντανακλά τη συλλογική απόρριψη της ταχύτητας που επέβαλε η νεωτερική βιομηχανική οικονομία.
Ο χρόνος του καφενείου δεν ταυτίζεται ούτε με το εφήμερο παρόν ούτε με τη νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος· είναι ο αειχρόνιος χαρακτήρας της στιγμής που διαρκεί. Τί ακριβώς συνέχει αυτή την αιωνιότητα; Σε τί ακριβώς βασίζεται η "ηθική της διάρκειας", το ιδιαίτερο αυτό βιεννέζικο συμβόλαιο;
Ο Καφές, η Κατανάλωση, οι Θαμώνες
Παραγγέλλει κανείς έναν Einspänner. Ο Ober προσεγγίζει αθορύβως και εναποθέτει επί του αργυρού δίσκου το ψηλό ποτήρι με τον σκούρο καφέ, επικαλυμμένο από λευκή κορυφή σαντιγί, συνοδευόμενο από μικρό ποτήρι νερού. Το αντίτιμο: μισή κορώνα. Και έπειτα; Καμμία περαιτέρω απαίτηση. Ο θαμώνας δύναται να παραμείνει επί ώρες, ακόμη και οκτώ, χωρίς να ενοχληθεί. Αυτή συνιστά την αποκαλούμενη "ηθική της διάρκειας".
Το κεντρικό αίνιγμα του βιεννέζικου καφενείου, υπό οικονομική θεώρηση, έγκειται ακριβώς στη βιωσιμότητά του: πώς δύναται να λειτουργεί ως επιχείρηση προσφέροντας, όπως σημειώνει ο Zweig, μιά ολοήμερη αστική εμπειρία έναντι ελάχιστης κατανάλωσης; Η απάντηση ανευρίσκεται στην ισορροπία της αμοιβαιότητας. Ο θαμώνας απολαύει σχεδόν απεριόριστης χρονικής ελευθερίας, κανόνας άγραφος, πλήν όμως δεσμευτικός, υπό τον όρο ότι θα καταναλώνει κατά διαστήματα και θα επιδεικνύει πρός τον Ober την ευγένεια που αρμόζει σε μέλος ενός ζωντανού θεσμού.
Η ίδια η τελετουργία του καφέ προσφέρεται για ανάλυση. Στη Βιέννη, η ονοματολογία υπερβαίνει την απλή περιγραφή ροφήματος: ο Kleiner Schwarzer - μικρός εσπρέσσο, ο Großer Schwarzer - διπλός, ο Melange - με αφρόγαλα, ο Einspänner - με σαντιγί, ο Kapuziner - με ελάχιστο γάλα, ο Verlängerter - αραιωμένος. Κάθε παραγγελία είναι ταυτόχρονα γαστρονομική επιλογή και κοινωνική δήλωση. Ο Einspänner, παλαιό ρόφημα των αμαξηλατών, εξ ου και η ονομασία, "ζεύξη ενός ίππου", συνδέεται με μιά λαϊκή αστική παράδοση που ο διανοούμενος ιδιοποιείται ελαφρώς ειρωνικά. Ο Melange συνδέεται με το πρωινό φώς και την άρνηση της βιασύνης. Και πάντοτε, απαρεγκλίτως, το ποτήρι του νερού συνοδεύει το ρόφημα.
Το νερό αποτελεί την πλέον εύγλωττη χειρονομία φιλοξενίας: τη διαβεβαίωση ότι ο χρόνος δεν στενεύει, ότι η παραμονή δεν λογίζεται ως επιβάρυνση. Είναι το συμβόλαιο που υπογράφεται τη στιγμή της άφιξης.
Ο Ober , ο σερβιτόρος του βιεννέζικου καφενείου, είναι ο θεματοφύλακας του χώρου. Στα επιφανέστερα καφενεία, οι Ober ενδύονται σμόκιν ή, τουλάχιστον, άψογο λευκό πουκάμισο, και απευθύνονται στους θαμώνες με έναν συνδυασμό ευγένειας και διακριτικής οικειότητας. Γνωρίζουν τα ονόματα, απομνημονεύουν τις προτιμήσεις, "φυλάνε" το συνηθισμένο τραπέζι κάθε τακτικού επισκέπτη.
Αυτή η διάσταση, ως θεματοφύλακα της ρουτίνας, είναι κομβικής σημασίας για τη διατήρηση της αίσθησης του καφενείου ως "δεύτερου σπιτιού". Ο Peter Altenberg, που είχε ως επίσημη ταχυδρομική του διεύθυνση το Café Central, ελάμβανε εκεί αλληλογραφία, δεχόταν επισκέπτες, κοιμόταν μερικές φορές στην καρέκλα του. Ο Ober ήξερε πότε να τον αφήσει ήσυχο και πότε να τον ξυπνήσει προσφέροντάς του έναν καφέ.
Ο θεσμός ασφαλώς, υπερβαίνει την απλή διάθεση ροφήματος. Ελαφρά γεύματα, τραπέζια μπιλλιάρδου, τάβλι, σκάκι, καθώς και τηλεφωνικές εγκαταστάσεις σε εποχές κατά τις οποίες η ιδιωτική σύνδεση αποτελούσε προνόμιο ολίγων· όλα τα ανωτέρω τροφοδοτούν τη σταθερή ζήτηση, καθιστώντας τον θεσμό οικονομικώς βιώσιμο, ενώ ταυτοχρόνως αποδίδει δυσανάλογα υψηλή "αξία χρήσεως" έναντι περιορισμένης "αξίας ανταλλαγής". Ενδέχεται δε ακριβώς εντός αυτής της ασυμμετρίας να εδράζεται η κοινωνική του δυναμική· η ήπια ανατροπή της κυρίαρχης οικονομικής λογικής.
Το Καφενείο ως Εργαστήριο
Το feuilleton· εδώ επιβάλλεται να επιμείνουμε.
Ουδέν λογοτεχνικό είδος εκφράζει με μεγαλύτερη ενάργεια το πνεύμα του βιεννέζικου καφενείου από το feuilleton: το κατ' εξοχήν κείμενο της αστικής καθημερινότητας, της ομορφιάς, των λεπταίσθητων σχολίων επί των συμβάντων του δρόμου, του θεάτρου, της μόδας, της πολιτικής προσγειωμένης στο επίπεδο του ευφυολογήματος ή του ανεκδότου. Πρόκειται για είδος εκ προθέσεως αντισυστηματικό, το οποίο αποστρέφεται τη μεγάλη αφήγηση και προκρίνει την αποσπασματική παρατήρηση, την αιφνίδια μεταφορά, το στοχαστικό παράδοξο.
Η άνθησή του δεν υπήρξε τυχαία. Το feuilleton ευδοκιμεί ακριβώς σε χώρους όπου ο χρόνος επαρκεί για παρατήρηση αλλά δεν επιτρέπει τη μακρά σύνθεση· όπου η σκέψη αναπτύσσεται εν κινήσει, ανάμεσα σε φλιτζάνια καφέ και θραύσματα συνομιλιών. Το καφενείο παρέχει το ιδανικό οικοσύστημα για ένα τέτοιο υβριδικό είδος: σύντομο αλλά διεισδυτικό, ελαφρό στην επιφάνεια, βαθύ στη διείσδυση.
Ποιοί είναι όμως αυτοί οι χρονικογράφοι;
Joseph Roth· ο κατεξοχήν συγγραφέας του βιεννέζικου καφενείου κατά τη δεκαετία του 1920· γεννήθηκε το 1894 στο Brody της Γαλικίας, περιοχή που ανήκει σήμερα στην Ουκρανία, σε εβραϊκή οικογένεια, σε μιά επαρχιακή πόλη των εσχατιών της αυτοκρατορίας. Μετέβη στη Βιέννη το 1913 για σπουδές· παρέμεινε, διότι η αποχώρηση κατέστη αδύνατη. Η αυτοκρατορία συνιστούσε τον άξονα της ταυτότητάς του και η Βιέννη την μόνη μητρόπολη όπου αυτή η ταυτότητα είχε ακόμη κάποιο νόημα.
Μετά τον πόλεμο, εργάσθηκε ως ρεπόρτερ και feuilletoniste· γράφει για τα πάντα, με εκείνη την εκπληκτική πυκνότητα που τον κάνει άμεσα αναγνωρίσιμο. Στο Café Herrenhof καθόταν σχεδόν απαρεγκλίτως στο ίδιο τραπέζι, σε μία γωνία πλησίον του παραθύρου, με ένα ποτήρι Schnaps έμπροσθέν του· το αλκοόλ γίνεται σταδιακά η παρηγοριά του και τελικά η αιτία του θανάτου του. Έγραφε ακατάπαυστα: επί χαρτοπετσετών, επί σελίδων εφημερίδων, επί φύλλων τετραδίων· επί οιασδήποτε επιφάνειας προσφερόταν στη στιγμή. "Δεν μπορώ να γράψω», ομολογεί σε επιστολή πρός τον Stefan Zweig, "χωρίς τον θόρυβο γύρω μου. Η ησυχία με τρομάζει". Το Café Herrenhof είναι για τον Roth ό,τι η θάλασσα για τον ψαρά· χώρος δουλειάς και, μεταφορά του πεπρωμένου του.
Η περίπτωση του Karl Kraus είναι εντελώς διαφορετική και πολύ πιό αντιφατική. Ο μεγαλύτερος σατιρικός της γερμανικής γλώσσας κατά πολλούς, συνδέεται με το καφενείο διά δεσμού αμφίθυμου και παθολογικού: το αποστρέφεται και το αγαπά με ισοδύναμη ένταση. Στο περιοδικό Die Fackel, 1899 - 1936, το οποίο, σε ώριμη φάση, συντάσσει σχεδόν εξ ολοκλήρου μόνος, εξαπολύει κατ' επανάληψιν δριμείες επιθέσεις κατά της καφενειακής φλυαρίας και της εκφυλισμένης δημοσιογραφίας που εκκολάπτεται επί των μαρμάρινων τραπεζιών. Και όμως, ο ίδιος παραμένει τακτικός επισκέπτης του Café Central, του Café Imperial, του κύκλου του Café Herrenhof.
Και έπειτα, η Vicki Baum· η γυναικεία παρουσία εντός ενός κατά βάσιν ανδροκρατούμενου μικρόκοσμου. Γεννημένη στη Βιέννη το 1888, αρχικώς μουσικός, εν συνεχεία δημοσιογράφος και τελικώς, μυθιστοριογράφος διεθνούς εμβέλειας· το Menschen im Hotel που έγραψε το 1929, θα μεταφερθεί στο εμβληματικό Grand Hotel του Hollywood· η Baum κινείται στους κύκλους των λογοτεχνικών καφενείων με αυτοπεποίθηση ουχί αυτονόητη. Στα απομνημονεύματά της, Es war alles ganz anders το 1962, σημειώνει ότι η γυναικεία παρουσία στα μεγάλα καφενεία ήταν "ανεκτή αλλά ουδόλως αυτονόητη"· απαιτούσε τη διαρκή διεκδίκηση του δικαιώματος συμμετοχής· δοκιμασία από την οποία οι άνδρες ομότεχνοί της απαλλάσσονταν εκ προοιμίου.
Από το feuilleton και τα ευσύνοπτα σχόλια έως τις λογοτεχνικές συναθροίσεις και τα δίκτυα εκδοτών και κριτικών, το καφενείο γίνεται το νευραλγικό κέντρο μιάς ολόκληρης λογοτεχνικής οικονομίας. Εδώ διακινούνται χειρόγραφα, εδώ γίνονται οι συστάσεις πρός εκδοτικούς οίκους, εδώ γράφονται οι κριτικές ετυμηγορίες πρίν δημοσιευτούν.
Κοινωνικές Τομές
Φαινομενικά, το βιεννέζικο καφενείο είναι ανοιχτό σε όλους. Εν τούτοις, κάτω από τη δημοκρατική του φαινομενολογία υποκρύπτεται η αρχιτεκτονική των ορίων του.
Αφετηρία αναπόφευκτη αποτελεί ο αντισημιτισμός. Στην προπολεμική Βιέννη, ποσοστό που προσεγγίζει το 60 - 70% της πολιτισμικής παραγωγής, από τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία έως την ψυχανάλυση, την ιατρική και τη νομική επιστήμη, προερχόταν από αστούς εβραϊκής καταγωγής. Αυτό αντικατοπτρίζεται απολύτως στη σύνθεση και των καφενείων: το Café Central, το Café Griensteidl, το Café Herrenhof είναι κατά βάση εβραϊκο-αστικοί χώροι, παρά τη φαινομενική κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρά τους. Οι Roth, Kraus, Zweig, Schnitzler, Werfel, Broch, Hofmannsthal, έστω εν μέρει, η Baum συναποτελούν έναν πνευματικό αστερισμό όπου η εβραϊκή καταγωγή είναι ο κανόνας.
Ωστόσο, Ο "ατμοσφαιρικός" αντισημιτισμός, το διαρκές, υπόκωφο υπόστρωμα της γερμανόφωνης εβραϊκής εμπειρίας, διαπερνά και τον καφενειακό χώρο. Ο Karl Lueger, ο λαοφιλής αλλά δηλωμένος αντισημίτης δήμαρχος της Βιέννης, 1897 - 1910, είχε κτίσει μιά ολόκληρη πολιτική πλατφόρμα πάνω στον κοινωνικό αντισημιτισμό. Η ιδεολογική αυτή παρακαταθήκη δεν εξαφανίζεται μετά το 1918. Αντίθετα, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, εθνικιστικά και πρωτοφασιστικά κινήματα στιγματίζουν τα καφενεία ως "εβραϊκές εστίες" και ως θύλακες "διάβρωσης" του γερμανικού πνεύματος.
Πώς βιώνεται, άραγε, αυτή η συνθήκη; Ο Joseph Roth, σε feuilleton του 1920, ανακαλεί μιά εσπερινή σκηνή στο Café Central: δύο κύριοι, καθήμενοι στο παρακείμενο τραπέζι, συζητούν περί των "Ostjuden", των Ανατολικών Εβραίων, εκείνων των ενδεών μεταναστών εκ Γαλικίας, Βολυνίας και Πολωνίας, οι οποίοι κατέκλυσαν τη Βιέννη κατά τα έτη του πολέμου, με ύφος επιτηδευμένου κοινωνικού ενδιαφέροντος που υποκρύπτει αποστροφή. Ο Roth αφουγκράζεται, σιωπά και κατόπιν γράφει.
Η σκηνή συμπυκνώνει την αντίφαση: ο ίδιος, Ανατολικός Εβραίος εκ Γαλικίας, ευρίσκεται εγκατεστημένος ανάμεσα σε ανθρώπους που, εάν γνώριζαν πλήρως την καταγωγή του, θα τον απέρριπταν. Ωστόσο, η μικρογεωγραφία του τραπεζιού, η θέση του εντός του χώρου και η ιδιότητά του ως αναγνωρισμένου feuilletoniste λειτουργούν ως προστατευτικό περίβλημα.
Η Γλώσσα ως Πολιτικό Όπλο μέσα στο Καφενείο
Τρείς άνδρες κάθονται γύρω από ένα τραπέζι στο Café Herrenhof. Ο πρώτος ομιλεί γερμανικά με εκείνη τη στρογγυλή, εύηχη, πληθωρική
βιεννέζικη εκφορά. Ο δεύτερος απαντά στην ίδια γλώσσα, αλλά με ουγγρική προφορά, κοφτή και συμφωνοκεντρική, όπου τα σύμφωνα ηχούν ως μικρές εκρήξεις. Ο τρίτος παρεμβάλλει κατά διαστήματα φράσεις που ηχούν ως τσεχικές, χωρίς να είναι ακριβώς τέτοιες· ίσως γίντις, η εβραιο - γερμανική ιδιόλεκτος που μεταφέρθηκε από τα ανατολικά εδάφη της αυτοκρατορίας στη Βιέννη μαζί με τα προσφυγικά ρεύματα του πολέμου. Περιμετρικώς, μιά γυναίκα διαβάζει γαλλικά κείμενα σε απόμακρο τραπέζι· σε άλλη γωνία, ένας αρχιτέκτων επιδεικνύει σχέδια σε πελάτη που εκφράζεται ιταλιστί.
Η Βιέννη του 1920 είναι μιά πόλη γλωσσικά πολύπλοκη με τρόπο που δύσκολα φανταζόμαστε σήμερα. Η αυτοκρατορία κατέλιπε πίσω της αυτό που ο Karl-Markus Gauß, στο Die sterbenden Europäer, αποκαλεί "γλωσσική ιζηματολογία": αλλεπάλληλα στρώματα γλωσσικής ύλης, τα οποία δεν εξαφανίστηκαν με τη Συνθήκη του Σέν-Ζερμέν αλλά επέμειναν υποδόρια.
Η αυστριακή εκδοχή της γερμανικής, η ιδιοσυγκρασιακή βιεννέζικη διάλεκτος με τις λεξιλογικές τις διαφοροποιήσεις - Tschick αντί Zigarette, Paradeiser αντί Tomate, καθώς και τα απομεινάρια της αυτοκρατορικής πολυγλωσσίας, τσεχικά, ουγγρικά, γίντις, ιταλικά, πολωνικά, κροατικά συνυπάρχουν ή συγκρούονται· και αυτή η σύγκρουση εντός της καφενειακής τοπογραφίας της πόλης είναι πολιτικώς επιβαρυμένη. Ο Karl Kraus, ο οποίος αντιμετώπιζε τη γερμανική γλώσσα ως "ιεράν υποχρέωσιν", στρεφόταν αμείλικτα εναντίον κάθε γλωσσικής έκπτωσης και δημοσιογραφικής χαλαρότητας.
Για αυτόν, η γλώσσα δεν ήταν το μέσο αλλά η ουσία· η διαφθορά της ισοδυναμούσε με ηθική παρακμή. Σε ένα εκ των πλέον γνωστών αποφθεγμάτων του διακηρύσσει: "Η γλώσσα είναι η μητέρα, όχι η δούλη της σκέψης". Στο καφενείο, αυτή η "μητέρα" αρθρώνεται πολυφωνικώς· και οι φωνές της δεν συμφωνούν πάντα.
Τα γίντις κατέχουν προνομιακή θέση στο βιεννέζικο γλωσσικό τοπίο. Η γλώσσα αυτή, γερμανο - εβραϊκή στη βάση της, με στρώματα σλαβικών και εβραϊκών λέξεων, γλώσσα των Ashkenazi Εβραίων, εισρέει στη Βιέννη διά μεταναστευτικών κυμάτων που προκάλεσαν ο πόλεμος και τα πογκρόμ της Ανατολικής Ευρώπης, φέροντας μαζί της όχι μόνον ιδιώματα αλλά και, ολόκληρα κοσμοείδωλα.
Η στάση της βιεννέζικης εβραϊκής κοινότητας απέναντι στα γίντις υπήρξε διαχρονικώς αμφίθυμη. Οι αφομοιωμένοι, γερμανόφωνοι και μορφωμένοι Εβραίοι συχνά διέβλεπαν στα γίντις το ίχνος μιάς σκιάς από την οποία ήθελαν να ξεφύγουν. Κι όμως, εντός του καφενείου, η σκιά αυτή ουδέποτε εξαφανίζεται. Επανέρχεται στη χροιά της φωνής, στις χειρονομίες, στο υπαινικτικό χιούμορ, στον ίδιο τον ρυθμό της σκέψης. Ο Joseph Roth, ο οποίος χειρίζεται τη γερμανική με αριστουργηματική καθαρότητα αλλά ανδρώθηκε σε περιβάλλον όπου τα γίντις ήταν "η γλώσσα του σπιτιού", μεταφέρει αυτή τη γλωσσική ιδιαιτερότητα σε κάθε τραπέζι όπου κάθεται με δημιουργική ένταση.
Η γλωσσική οικολογία του καφενείου μετατρέπεται, κατ' ανάγκην, σε πολιτική οικολογία. Η επιλογή της γλώσσας, η τονική απόχρωση, η λεξιλογική εκλέπτυνση ή η σκόπιμη λαϊκότητα, ο βαθμός γνώσης της "γλώσσας του κύρους", όλα αυτά δηλώνουν τη θέση του καθενός στην ιεραρχία. Η γλώσσα λειτουργεί ως εργαλείο ισχύος, ως μηχανισμός ένταξης ή αποκλεισμού. Το γνωρίζει ο Kraus ως θεωρητική αρχή, το βιώνει ο Roth ως υπαρξιακή εμπειρία, το διαχειρίζεται η Baum ως στρατηγική επιβίωσης. Κι όμως, κάτω από την επιφάνεια, διακινείται ήδη ένα σκοτεινότερο στρώμα, εκείνο που, εν τέλει, θα καταστρέψει τον ίδιο τον κόσμο που το καφενείο προσωρινά στέγαζε.
Πολιτική και Ιδεολογίες στο Καφενείο
Σε αντίθεση πρός τα γλυκερά αφηγήματα της νοσταλγικής μυθοποίησης, το βιεννέζικο καφενείο ουδέποτε υπήρξε άσυλο αποκομμένο από την αμείλικτη πραγματικότητα της πολιτικής και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, ήταν χώρος ζυμώσεων όπου οι ιστορικές εντάσεις της εποχής κοχλάζουσες υπέβοσκαν, άλλοτε ως υπόκωφη πυρά, άλλοτε ως εκρηκτικός αναβρασμός.
Στα καφενεία της μεσοπολεμικής Βιέννης διασταυρώνονται, εφάπτονται και συγκρούονται σχεδόν άπαντα τα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής: σοσιαλδημοκράτες θεωρητικοί και συνδικαλιστές, χριστιανοκοινωνιστές, πρωτοφασιστικοί κύκλοι της Heimwehr, κομμουνιστές, επαναστατικοί πυρήνες, αναρχικοί, σιωνιστές διανοούμενοι, εβραϊκής καταγωγής αντισιωνιστές, φιλελεύθεροι της παλαιάς, συνταγματικής σχολής, γερμανοεθνικιστές εμφορούμενοι από πανγερμανικά οράματα.
Η πολιτική φυσιογνωμία της Δεύτερης Αυστριακής Δημοκρατίας διαπνέεται από την αποκαλούμενη "Lagermentalität", ήτοι από μιά εδραιωμένη ψυχολογία ιδεολογικής περιχαράκωσης σε τρία ανταγωνιστικά στρατόπεδα: το σοσιαλδημοκρατικό, το χριστιανοκοινωνικό και το γερμανοεθνικό. Η τριμερής αυτή δομή διαπερνά απευθείας την αστική τοπογραφία: καφενεία με ιδεολογικό πρόσημο και χώροι "κατειλημμένοι" από συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις, έστω και άν τα σύνορα μεταξύ τους δεν είναι απολύτως στεγανά.
Το Café Herrenhof, επί της Herrengasse, πλησίον του Κοινοβουλίου, είναι το κατ' εξοχήν πολιτικό καφενείο· τόπος συνάντησης βουλευτών, δημοσιογράφων, λομπιστών, κομματικών στελεχών. Εδώ διαπραγματεύονται οι εύθραυστες ισορροπίες της νεοπαγούς αυστριακής δημοκρατίας, εκεί πλέκονται οι αντιθέσεις μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και χριστιανοκοινωνιστών, αντιθέσεις που θα κλιμακωθούν έως την αιματηρή σύγκρουση του Φεβρουαρίου 1934. Στο ίδιο αυτό καφενείο, ο Joseph Roth συντάσσει τα feuilletons του για ό,τι βλέπει γύρω του· και ό,τι βλέπει τον τρομάζει. "Η αυστριακή πολιτική", σημειώνει σε επιστολή πρός τον Zweig το 1930, "μοιάζει με άνθρωπο που χορεύει στην άκρη γκρεμού θαυμάζοντας τη θέα".
Ο θεωρητικός του αυστριακού μαρξισμού Max Adler, εξέχουσα φυσιογνωμία του σοσιαλδημοκρατικού πνευματικού κύκλου, δραστηριοποιείται σε διαφορετικούς χώρους συναθροίσεως, απομακρυσμένους από τα καθιερωμένα "λογοτεχνικά" καφενεία· χώρους περισσότερο περιφερειακούς, όπου ο πολιτικός λόγος αποκτά μεγαλύτερη πυκνότητα.
Η διασταύρωση ψυχαναλυτικής και πολιτικής θεωρίας, η οποία θα προσλάβει συστηματικότερη μορφή στη Σχολή της Φρανκφούρτης, προετοιμάζεται εν μέρει εντός αυτών των καφενειακών μικρόκοσμων. Ο Wilhelm Reich, επιχειρώντας τη σύνθεση του Sigmund Freud με τον Karl Marx, θα ανακαλέσει αργότερα τον "διάλογο του καφενείου" ως το πρωτογενές εργαστήριο στο οποίο οι ιδέες αυτές έλαβαν την πρώτη τους μορφή.
Η παραγωγή πολιτικού λόγου στο καφενείο εντάχθηκε στην ευρύτερη στρατηγική της σοσιαλδημοκρατίας. Η παροχή μορφωτικών εφοδίων, η καλλιέργεια αισθητικής παιδείας και η δημιουργία δημόσιων χώρων συμμετοχής για τα εργαζόμενα στρώματα συνιστούσαν οργανικό τμήμα του μεταρρυθμιστικού της προτάγματος. Εντούτοις, η αποκαλούμενη "Red Vienna" δεν κατόρθωσε να μετουσιώσει πλήρως την ιδιαίτερη αστική κουλτούρα της πρωτεύουσας, σε κτήμα των εργατικών μαζών.
Δημιούργησε δομές, θεσμούς και μορφωτικά κέντρα, πλήν όμως ο υψηλός αστικός πολιτισμός των μεγάλων καφενείων παρέμεινε, σε σημαντικό βαθμό, κοινωνικά απροσπέλαστος.
Ίσως ακριβώς αυτή η αδυναμία της "Red Vienna" πλήρους εκδημοκρατισμού του βιεννέζικου καφενείου να συνιστά μία από τις βαθύτερες εσωτερικές αντινομίες της περιόδου. Και η αντινομία αυτή, υπονομεύοντας την συνοχή του εγχειρήματος, θα αποδειχθεί ιστορικά ολέθρια.
Αισθητική Νεωτερικότητα, Μουσική, Θέατρο, Ψυχανάλυση, Φιλοσοφία
Επιφανειακώς θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι το πάν δεν υπήρξε πολιτική. Και όμως στη Βιέννη της δεκαετίας του 1920, η αισθητική συνιστούσε πολιτική πράξη, πλήν όμως με επικαλυμμένο τρόπο.
Η μουσική παιδεία της εποχής ανευρίσκει στο καφενείο έναν τόπο αναστοχασμού και κριτικής επεξεργασίας. Η αποκαλούμενη Δεύτερη Βιεννέζικη Σχολή, ο Arnold Schoenberg, ο Alban Berg, ο Anton Webern, εγκαινιάζει μιά ρηξικέλευθη αναδιάταξη της μουσικής γραμματικής, η οποία προκαλεί συγχρόνως αποστροφή, θυελλώδεις αποδοκιμασίες και εκστατικές επιδοκιμασίες. Η αντιπαράθεση δεν εξαντλείται στις αίθουσες των συναυλιών· μεταφέρεται ακαριαίως στους καφενειακούς κύκλους, όπου ο διάλογος λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της αισθητικής διαμάχης.
Ο Paul Stefan, μουσικοκριτικός και ένθερμος υποστηρικτής της νεωτερικής μουσικής, ο Julius Bittner και ο Heinrich Schenker εντάσσονται σε ένα πυκνό και διαρκώς ανανεούμενο δίκτυο διαλόγου, το οποίο εκτείνεται αδιάλειπτα από τις συναυλιακές αίθουσες έως το καφενειακό τραπέζι.
Ο Alban Berg, τακτικός θαμώνας του Café Museum και συναφών χώρων, διαβιοί σε μιά πόλη όπου κάθε συμφωνική πρεμιέρα γίνεται αυθημερόν θέμα ανάλυσης, αμφισβήτησης ή παθιασμένης υπεράσπισης.
Η ψυχανάλυση, ίσως η πλέον αμφιλεγόμενη συμβολή της βιεννέζικης νεωτερικότητος, διαχέεται στο καφενείο μέσω του τύπου, της λογοτεχνίας και των καθημερινών συζητήσεων. Ο Arthur Schnitzler, πρός τον οποίο ο Sigmund Freud έγραψε την περίφημη επιστολή ότι τον αποφεύγει επειδή "φοβάται τον σωσία του" - Doppelgänger, μεταφράζει τις ψυχαναλυτικές ιδέες σε αφηγηματική ύλη με εντυπωσιακή διεισδυτικότητα. Στο "Fräulein Else" το 1924, στον "Traumnovelle" το 1926, στις απεικονίσεις νευρωτικών αστών που παγιδεύονται μεταξύ επιθυμίας και συμβατικότητας, ο Schnitzler δίνει στο αστικό κοινό των καφενείων μιά γλώσσα για να μιλάει για τον εαυτό του.
Ο αποκαλούμενος Κύκλος της Βιέννης - Wiener Kreis, ο κύκλος των θετικιστών που συνεκροτείτο πέριξ του Moritz Schlick, του Rudolf Carnap και του Otto Neurath αναπτύσσει τις ιδέες του μεταξύ πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου και καφενειακών συζητήσεων.
Ο Ludwig Wittgenstein, έχοντας ήδη με το Tractatus Logico - Philosophicus οριοθετήσει τον νοηματοδοτούμενο λόγο, επισκέπτεται κατά διαστήματα τη Βιέννη· και οι συζητήσεις προσλαμβάνουν εκείνη την ιδιοσυστατική ποιότητα που ευδοκιμεί κατεξοχήν στο καφενειακό περιβάλλον: ελεύθερη διακίνηση ιδεών, αιφνίδιες μετατοπίσεις θεματικού άξονα, απομάκρυνση από το άκαμπτο συστηματικό οικοδόμημα πρός όφελος του διαφωτιστικού παραδείγματος.
Διαφαίνεται, συνεπώς, ένα φαινόμενο μεσολάβησης υψίστης κοινωνικής βαρύτητας: το καφενείο δεν γεννά καθεαυτό τη νεωτερική μουσική πρωτοπορία, την ψυχαναλυτική θεωρία ή την αναλυτική φιλοσοφία· λειτουργεί, όμως, ως ο ζωτικός χώρος όπου οι ιδέες αυτές μεταφράζονται σε κοινή γλώσσα, μεταπλάθονται και διαχέονται στο αστικό κοινό. Ελλείψει αυτής της δημόσιας σφαίρας, η βιεννέζικη πνευματική ζωή θα παρέμενε ένα άθροισμα κλειστών επιστημολογικών θυλάκων, πλήν όμως αποκομμένων και χωρίς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τους.
Η Νύχτα στο Καφενείο
Παρεκκλίνοντας τώρα από την ορατή όψη του καφενείου, προκειμένου να στρέψουμε το βλέμμα πρός την υποδόρια, λανθάνουσα διάστασή του· σ' αυτά που συμβαίνουν αφού σβήσουν οι κεντρικές λάμπες, αφού οι βουλευτές και οι κριτικοί τέχνης επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Το βιεννέζικο καφενείο δεν υπακούει σε αυστηρό ωράριο· ακριβέστερα, στην πράξη δεν κλείνει πραγματικά. Στα μεγάλα καφενεία της δεκαετίας, τα βραδινά ταμπλό είναι εντελώς διαφορετικά από τα ημερήσια. Μετά την δύση του ηλίου, ο χώρος μετατρέπεται σε θέατρο άνευ σκηνής, όπου έκαστος υποδύεται εαυτόν εντονότερα απ’ ό,τι ετόλμησε υπό το φώς της ημέρας· η νύχτα εισάγει τις
περιθωριακές μορφές: τις εργαζόμενες γυναίκες της νύχτας που αναζητούν πελάτες στα καφενεία των ουδέτερων ζωνών, τους ομοφυλόφιλους οι οποίοι, εν καιρώ αστυνομικής επιτηρήσεως, βρίσκουν στην ανωνυμία ορισμένων ευρύχωρων καφενείων ένα καταφύγιο αδύνατο αλλαχού, τους τζογαδόρους, τους λαθρέμπορους του πολέμου που συνέχισαν τη δραστηριότητά τους σε καιρό ειρήνης.
Η σύνδεση του καφενείου με τα καμπαρέ και τα βαριετέ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Τα βιεννέζικα καμπαρέ της περιόδου, το Kabarett Simpl και το Hölle Cabaret λειτουργούν σε συνδυασμό με τον κόσμο των καφενείων: Ηθοποιοί και τραγουδιστές συνδιαλέγονται στο ίδιο τραπέζι με τους κριτικούς που θα αποφανθούν περί της αξίας τους· σεναριογράφοι και σατιρικοί συγγραφείς συντάσσουν τα σκέτς τους επί των μαρμάρινων επιφανειών των τραπεζιών. Ο μικρόκοσμος του καμπαρέ, σατιρικός, υπαινικτικός, αισθησιακός συμπλέκεται αδήριτα με τον κόσμο των λογοτεχνικών καφενείων.
Ο Arthur Schnitzler, ο ανατόμος της αστικής ψυχής, ο οποίος σε κάθε δραματουργική και πεζογραφική του απόπειρα ανιχνεύει τη σχέση ανάμεσα στην επιθυμία, την ηθική και την αστική συμβατικότητα, είναι ο κατεξοχήν λογοτεχνικός χαρτογράφος της νυκτερινής Βιέννης.
Το έργο του Reigen, που γράφτηκε το 1900, για τον ερωτισμό που διαπερνά όλες τις κοινωνικές τάξεις συνεγράφη εκτός του φυσικού χώρου του καφενείου· το πνεύμα του, ωστόσο, παραμένει απολύτως καφενειακό: ο ερωτισμός ως κοινωνικό φαινόμενο υπερβαίνον τα κοινωνικά περιγράμματα και η υποκρισία ως άξονας της αστικής ζωής.
Ενδεχομένως ακριβώς στη νυχτερινή, "ημιπαράνομη" διάσταση του καφενείου βρίσκεται η πιό ειλικρινής έκφραση αυτού που ο Simmel ονόμαζε "τον ξένο": την υβριδική εκείνη παρουσία που δεν ενσωματώνεται πλήρως σε καμμία κοινότητα, αλλά διατηρεί μιά εγγύς και ταυτοχρόνως αποστασιοποιημένη θέση παρατήρησης έναντι όλων, αποκαλύπτοντας τα αφανή σύνορα και τις υποδόριες ιεραρχήσεις που κανένας δεν θέλει να ονομάσει.
Σκηνές, Γειτονιές, Δίκτυα
Παρατηρούμε τώρα τη Βιέννη από ψηλά, ως εάν κρατούμε ένα χαρτογραφικό υπόμνημα και εντοπίζουμε επ' αυτού τα δίκτυα των καφενειακών κύκλων επάνω στην αστική γεωμετρία της πόλης.
Στο κέντρο δεσπίζει το Café Central στη Herrengasse 14· το αρχέτυπο του βιεννέζικου καφενείου. Οι νεογοτθικοί θόλοι και ο επιβλητικός εσωτερικός χώρος του Palais Ferstel προσδίδουν στο περιβάλλον μιάν αίσθηση μνημείου, ως εάν η ιστορία η ίδια είχε αποθέσει τη μυρωδιά της γύρω από τα μαρμάρινα τραπέζια. Εκεί συνέθετε ο Peter Altenberg, εκεί ενεπλάκη σε σκακιστικές αναμετρήσεις ο Leon Trotsky, εκεί συνέρρεαν ο Karl Kraus, ο Hugo von Hofmannsthal και ο Robert Musil, άλλοτε πρός αναζήτηση, άλλοτε πρός αποφυγή αλλήλων. Το Central έπαυσε να λειτουργεί το 1944, εν μέσω της ναζιστικής περιόδου που ακολούθησε την Anschluss, και επανήλθε μόλις το 1986, ως μνημειακό εστιατόριο πλέον.
Ολίγα βήματα μακράν, το Café Herrenhof στη Herrengasse 10, είναι ο κόμβος της λογοτεχνικής και πολιτικής ελίτ του Μεσοπολέμου. Ο Joseph Roth συντάσσει εκεί τα feuilletons του, ο Franz Werfel παρακολουθεί αντιδράσεις σε πρεμιέρες, ο Robert Musil, ο συγγραφέας του ατελούς κολοσσιαίου "Ο Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες", παρατηρεί με εκείνη τη ψυχρή ακρίβειά του τη Βιέννη γύρω του ως απτή ενσάρκωση της φανταστικής "Kakania". Στο ημερολόγιό του σημειώνει: "Στο καφενείο, ο κόσμος παρουσιάζεται ευκρινώς ως φαινόμενο. Δεν ανήκεις απολύτως είς αυτόν· τον παρατηρείς εκ του σύνεγγυς, διατηρώντας όμως μιάν ανεπαίσθητη απόσταση".
Στο βόρειο τόξο της Ringstrasse, πλησίον του Burgtheater και του Rathaus, το Café Landtmann καθίσταται το καφενείο των δημοσιογράφων μεγάλων εφημερίδων, των ηθοποιών του Burgtheater, των πολιτικών της κυβερνήσεως και της αντιπολιτεύσεως. Ο Sigmund Freud το επισκέπτεται κατά διαστήματα· ένα από τα λίγα καφενεία με τα οποία ο "ερημίτης" της ψυχανάλυσης έχει κάποια τακτική σχέση.
Το Café Museum στην Operngasse 7, σχεδιασμένο από τον Adolf Loos, αποτελεί τον αισθητικώς ριζοσπαστικό πόλο της καφενειακής τοπογραφίας: εδώ συναντά κανείς τους αρχιτέκτονες και τους εικαστικούς, αλλά και τους μουσικούς της Δεύτερης Βιεννέζικης Σχολής.
Πέραν των κεντρικών αυτών καφενείων, η βιεννέζικη καφενειακή γεωγραφία διακλαδώνεται πολυκεντρικώς. Στη Leopoldstadt - 2ο Bezirk, το παραδοσιακό εβραϊκό τέταρτο, συναντά κανείς καφενεία που εξυπηρετούν κοινότητες με πολύ διαφορετικές ανάγκες: από τους αφομοιωμένους, φιλελεύθερους εβραίους αστούς ως τους Ανατολικούς Εβραίους πρόσφυγες που διατηρούν τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους.
Στο Ottakring και τη Favoriten, τα εργατικά τέταρτα, τα καφενεία έχουν διαφορετική κοινωνική φυσιογνωμία: πιό θορυβώδη, πιό πολιτική, με το σκάκι και το τάβλι στο τραπέζι και την Arbeiter-Zeitung αντί της Neue Freie Presse.
Επιβάλλεται μία συγκριτική επισκόπηση πρός ανάδειξη της ιδιοτυπίας της βιεννέζικης εκδοχής. Στο Παρίσι, τα περίφημα café littéraires, το Café de Flore, το Les Deux Magots και το La Rotonde στο Μονπαρνάς, είναι εξωστρεφή, επιδεικτικά, θεατρικά.
Στο Βερολίνο, το Café des Westens, αποκληθέν "Café Größenwahn" - "Καφενείο της Μεγαλομανίας" και το Romanisches Café πάλλονται από την εκρηκτική ενέργεια της avant-garde, εν μέσω εξπρεσιονιστικών εντάσεων και προκλήσεων. Στην Πράγα, τα καφενεία φέρουν το αποτύπωμα των γλωσσικών και πολιτισμικών συγκρούσεων· γερμανικά, τσεχικά και γίντις συνυπάρχουν εντός ενός τεταμένου κλίματος, όπου ο Franz Kafka συγγράφει τα αινιγματικά του κείμενα ανάμεσα σε κόσμους που εφάπτονται χωρίς να επικοινωνούν.
Η βιεννέζικη εκδοχή είναι διαφορετική από όλες αυτές: πιό εσωστρεφής από το Παρίσι, λιγότερο εκρηκτική από το Βερολίνο, πιό κοσμοπολίτικη από την Πράγα· πάνω απ' όλα, όμως, διέπεται από εκείνη τη βαθιά μελαγχολία της αυτοκρατορικής απώλειας, ένα αίσθημα ιστορικής εκκρεμότητας που δεν απαντάται στις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η μελαγχολική αυτή διάθεση, μακράν του να εκφυλίζεται σε ακινησία ή παραλυτική απραξία, μετατρέπεται απροσδόκητα σε δημιουργικό ερέθισμα· η απώλεια της Αυτοκρατορίας πυροδοτεί μιά κατεπείγουσα παρόρμηση καταγραφής και αναστοχασμού, ως εάν η ίδια η εμπειρίας της ανάλυσης να μπορούσε να ανασχέσει το αίσθημα της απώλειας.
Τί Χάθηκε, Τα Καφενεία μετά το 1933
Μετά το 1929, η Μεγάλη Ύφεση πλήττει την Αυστρία με ιδιαίτερη σφοδρότητα· η ανεργία διογκώνεται εκθετικά, η οικονομική ασφυξία διαχέεται στα αστικά στρώματα και τα καφενεία βλέπουν τον αριθμό των θαμώνων τους να συρρικνώνεται αισθητά. Η πολιτική πόλωση επιταχύνεται. Τον Φεβρουάριο του 1934, τα πυροβόλα της κυβερνήσεως του Engelbert Dollfuss στρέφονται εναντίον των εργατικών οικιστικών συνόλων της "Red Vienna", συμπεριλαμβανομένου του Karl - Marx - Hof, στο πλαίσιο ενός σύντομου αλλά καταστροφικού εμφυλίου. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία καταρρέει. Το 1934, η Αυστρία μετατρέπεται σε αυταρχικό καθεστώς υπό τον Dollfuss και κατόπιν της δολοφονίας του, υπό τον Kurt Schuschnigg. Το 1938, η Anschluss, η προσάρτηση της Αυστρίας στο εθνικοσοσιαλιστικό Ράιχ, επισφραγίζει το οριστικό τέλος μιάς ολόκληρης εποχής.
Η επακολουθήσασα "Arisierung", η απαλλοτρίωση και μεταβίβαση εβραϊκών περιουσιών σε "άρειους" ιδιοκτήτες, συνεχίζεται με αμείλικτη μεθοδικότητα. Τα εβραϊκής ιδιοκτησίας καφενεία, ήτοι τα περισσότερα μεγάλα λογοτεχνικά καφενεία της πόλεως, κλείνουν. Το τραπέζι του Roth, η γωνία του Altenberg, η σκακιέρα του Central· όλα αδειάζουν.
Και ποιοί ήσαν εκείνοι που απωλέσθησαν; Ο Stefan Zweig αναχωρεί πρώτα πρός το Λονδίνο, κατόπιν πρός τον Νέο Κόσμο, για να καταλήξει στην Πετρόπολις της Βραζιλίας, όπου το 1942 θέτει τέλος στη ζωή του μαζί με τη σύζυγό του, επικαλούμενος στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του "πνευματική εξάντληση". Ο Joseph Roth εγκαταλείπει τη Βιέννη το 1933, την ημέρα αναλήψεως της εξουσίας από τον Χίτλερ και αποθνήσκει στο Παρίσι το 1939, καταβεβλημένος από τον αλκοολισμό και τη σωματική κατάρρευση. Ο Egon Erwin Kisch διαφεύγει στο Μεξικό· ο Franz Werfel καταφεύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Robert Musil, μολονότι δεν είχε εβραϊκές ρίζες, αρνείται πάσαν συναλλαγή με το καθεστώς και πεθαίνει στη Γενεύη το 1942, αφήνοντας ημιτελές το μνημειώδες έργο του "Ο Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες".
Ο Hermann Broch, δημιουργός του "Ο θάνατος του Βιργίλιου", συλλαμβάνεται μετά την Anschluss και απελευθερώνεται μόνο χάρη στην παρέμβαση ξένων διανοουμένων. Ο Erich Wolfgang Korngold, το παιδί - θαύμα της βιεννέζικης μουσικής, μεταναστεύει στο Hollywood. Ο Karl Kraus, ο ακαμάτος σατιρικός που για τριάντα χρόνια έγραφε εναντίον κάθε είδους φαύλης εξουσίας, σιωπά αρχικώς έναντι του εθνικοσοσιαλισμού, έως ότου δημοσιεύσει το 1933 το μοναδικό του κείμενο "Γιατί δεν κυκλοφορεί η Δάδα" - η Δάδα ήταν το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε ο ίδιος, ασθενεί και πεθαίνει το 1936.
Το Café Central κλείνει το 1944. Το Café Herrenhof επιβιώνει κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, πλήν ουδέποτε ανακτά την προτέρα του πνευματική αίγλη. Τα κτήρια παραμένουν· οι άνθρωποι εκλείπουν.
Ο κόσμος των βιεννέζικων καφενείων δεν κατέρρευσε εκ φυσικής παρακμής· εξοντώθηκε μεθοδικώς και εκ προθέσεως από εκείνους που τον εμίσουν, ακριβώς διότι ενσάρκωνε ό,τι οι ίδιοι απεστρέφοντο· τον κοσμοπολιτισμό, την διανόηση, την ελευθεροφροσύνη και την συνύπαρξη.
Γιατί τα Καφενεία της Βιέννης των 1920s Είναι Κλειδί για την Κατανόηση της Ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας
Επιστρέφουμε στην αφετηρία. Στον Τρότσκι που κάθεται στο Central, στον Roth που σημειώνει επί χαρτοπετσετών, στον Peter Altenberg που αποκοιμάται στην καρέκλα του. Πλήν όμως, τις εικόνες αυτές τις αντικρίζουμε ήδη υπό το πρίσμα εκείνου που γνωρίζει την επερχόμενη καταστροφή· το βλέμμα της ύστερης γνώσεως που επιβάλλει μιά νέα, αυστηρότερη ερμηνεία.
Γιατί, λοιπόν, τα βιεννέζικα καφενεία της περιόδου αυτής συνιστούν ερμηνευτική κλείδα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητος; Πρώτον, διότι η Βιέννη της δεκαετίας του 1920 αποτελεί μιά απαράμιλλη ιστορική συμπύκνωση: ένας πολιτισμός πολυεπίπεδος και πολυφωνικός ευρίσκεται αντιμέτωπος με την τομή της νεωτερικής ρήξεως. Το καφενείο, ως χώρος που "φιλοξενεί" αυτή την τριβή χωρίς να την επιλύει, γίνεται το "θέατρο" της ευρωπαϊκής νεωτερικής αγωνίας.
Δεύτερον, διότι το βιεννέζικο καφενείο διαθέτει μιά εξαιρετική δεξιότητα: διατηρεί σε παραγωγική ένταση κατηγορίες αλλαχού ασυμβίβαστες. Υψηλή κουλτούρα και καθημερινότητα, ιδεολογία και αισθητική, κλασσικισμός και μοντερνισμός, εβραϊκός κοσμοπολιτισμός και αυστριακός τοπικισμός συνυπάρχουν γόνιμα.
Τρίτον και τούτο παραμένει το πλέον ανησυχητικό, το βιεννέζικο καφενείο προεικονίζει μιά μορφή δημοσίας σφαίρας την οποία ο εικοστός πρώτος αιώνας δεν έχει κατορθώσει να αντικαταστήσει. Εν αντιθέσει πρός τον κατακερματισμό του συγχρόνου δημόσιου λόγου στους ψηφιακούς "ηχητικούς θαλάμους" και τις αλγοριθμικές περιχαρακωμένες κοινότητες, η εικόνα του καφενείου, όπου ο Τρότσκι αναμετράται στο σκάκι πλησίον του Altenberg, ο Roth συγγράφει δίπλα σε πολιτικούς αντιθέτων παρατάξεων και η Vicki Baum κινείται με αξιοπρέπεια εντός ενός ανδροκρατουμένου χώρου, μαρτυρεί τη δυνατότητα συνυπάρξεως των διαφορών εντός μιάς κοινής χωρικής εμπειρίας, έστω και υπό τους ιστορικούς της περιορισμούς.
Και όμως η νοσταλγία για τον κόσμο αυτόν αποσιωπά ότι η εκλεπτυσμένη αστική κουλτούρα, της οποίας το καφενείο υπήρξε εμβληματική εστία, κατεστράφη από τον ιδίο ευρωπαϊκό πολιτισμό που την εγέννησε. Η κατάρρευση υπήρξε αποτέλεσμα του αντισημιτισμού που υπέβοσκε πλησίον των τραπεζιών και των κοινωνικών αποκλεισμών που η δημοκρατία ουδέποτε κατόρθωσε να υπερβεί.
Η νηφάλια κατανόηση τούτου του κόσμου, άνευ αγιοποιήσεως και άνευ κυνικής απορρίψεως, συνιστά ίσως την πλέον έντιμη αποτίμηση. Ο Stefan Zweig, πρό της αυτοχειρίας του το 1942, έγραφε: "Χαιρετώ όλους τους φίλους μου. Είθε να ίδουν την αυγή μετά την μακρά νύκτα. Εγώ, υπέρ το δέον ανυπόμονος, πορεύομαι μπροστά". Η νύχτα παρήλθε· η αυγή, όμως, δεν απεκατέστησε εκείνο το σύμπαν που εχάθη στους καπνούς των βιεννέζικων καφενείων. Οι χαρτοπετσέτες του Roth, οι καθρέφτες του Central, η βραδύτητα ενός χρόνου ικανού να στοχάζεται, όλα ανήκουν σε έναν αιώνα παρελθόντα.
Μένει μόνον μία παρατήρηση: μία δημόσια σφαίρα εντός της οποίας συνυπήρχαν η αισθητική και η πολιτική, ο λόγος και η εικόνα, το ιδιωτικό πένθος και η δημοσία ζωή δεν δύναται να λησμονηθεί αβασάνιστα. Ούτε και, επιτρέπεται.


