Πρωταγόρας, Αναδιφώντας την Αρετή
Βαθύ σκότος ακόμη καλύπτει την πόλη, όταν ο Ιπποκράτης, υιός του Απολλοδώρου και αδελφός του Φάσωνος, καταφθάνει λαχανιασμένος και με ορμή κρούει μ' ένα ραβδί την θύρα του Σωκράτη, τόσο δυνατά ώστε ολόκληρη η οικία σείεται από τον θόρυβο. Η πόρτα ανοίγει και ο νεαρός εισβάλλει με λαχτάρα στο δωμάτιο, φωνάζοντας: "Σωκράτη, κοιμάσαι ή είσαι ξύπνιος;" Ο φιλόσοφος, αναγνωρίζοντας την οικεία φωνή μές στο ημίφως, αποκρίνεται ήρεμα: "Ιπποκράτη, εσύ είσαι; Συμβαίνει κάτι; Φέρνεις κάποιο νέο;" "Ναί, και μάλιστα ευχάριστο!" απαντά ο νεαρός με κομμένη ανάσα. "Τί συνέβη; Και γιατί έρχεσαι τέτοια ώρα;" Ο Ιπποκράτης πλησιάζει, κάθεται στην άκρη της κλίνης, και με φανερό ενθουσιασμό αναγγέλλει: "Ο Πρωταγόρας ήρθε!" "Το γνωρίζω", λέει μειδιώντας ο Σωκράτης· "προχθές έφθασε· εσύ τώρα το έμαθες;" «Ναί, μα τους θεούς, μόλις χθές το βράδυ!"
Η σκηνή αυτή του μεταίχμιου μεταξύ νύχτας και αυγής, με την οποία ο Πλάτων ανοίγει τον Πρωταγόρα, συμπυκνώνει ήδη μιά φιλοσοφική αλληγορία: την αφύπνιση της συνείδησης από τον λήθαργο του δογματισμού. Η κραυγή του Ιπποκράτη, "Σωκράτη, κοιμάσαι ή είσαι ξύπνιος;", δεν απευθύνεται μόνο στον φιλόσοφο, αλλά αντηχεί ως πρόκληση: είναι ξύπνιο το ήθος των Αθηναίων ή παραδομένο στην τέχνη των σοφιστών;
Ο ενθουσιασμός του νεαρού είναι άδολος αλλά άκριτος, γεμάτος θαυμασμό και παιδική ανυπομονησία. Θέλει να ενταχθεί στους μαθητές του διάσημου σοφιστή, να πληρώσει, να αποκτήσει αυτήν τη μυστηριώδη "σοφία" που υπόσχεται ο περιώνυμος διδάσκαλος. Μα τί ακριβώς εννοείται εδώ ως σοφία; Και τί πρόκειται να καταστεί ο Ιπποκράτης, εάν πράγματι την αποκτήσει;
Ο Πρωταγόρας συνιστά ένα από τα τα πλέον εκλεπτυσμένα φιλοσοφικά κείμενα της αρχαιότητας· ένα έργο όπου η θεατρικότητα, η ρητορική επιτηδειότητα και η διαλεκτική ακρίβεια συναιρούνται σε μιά σύνθετη και πολυφωνική ανατομία του κατεξοχήν ηθικού διακυβεύματος: διδάσκεται ἡ ἀρετή; Το ερώτημα αυτό, που διαπερνά ως υπόγειος άξονας το σύνολο του πλατωνικού διαλόγου, προσλαμβάνει εδώ ιδιαίτερη ένταση, καθώς παύει να είναι παιδαγωγικό ή παιδευτικό και εισέρχεται στα αχαρτογράφητα νερά της πολιτικής φιλοσοφίας και της οντολογίας. Ο διάλογος είναι μία θεατρική σκηνή αντιπαράθεσης κοσμοαντιλήψεων, όπου λόγοι, βίοι και αξιακά υποδείγματα αλληλοσυγκρούονται με ένταση ενίοτε οριακή, αποκαλύπτοντας το δραματικό βάθος της ανθρώπινης αγωνίας γύρω από το αγαθόν.
Η επικαιρότητα του ερωτήματος είναι αδιαμφισβήτητη. Σε μιά εποχή όπου η παιδεία θεωρείται συχνά ως τεχνική μεταβίβαση γνώσεων ή ως κοινωνικοποίηση μέσω προτύπων, η πλατωνική διερεύνηση του εάν η ἀρετή μπορεί να διδαχθεί ως γνώση ή άν αποτελεί κάτι διαφορετικό, μιά εσωτερική διάθεση, μιά κατάσταση της ψυχής, ένα χάρισμα ή μιά συνήθεια, διατηρεί τον προκλητικό της χαρακτήρα. Η ἀρετή δεν προσεγγίζεται ως γνωσιακό απόθεμα, αλλά ως υπαρξιακή τροχιά και ως άσκηση διαρκούς εσωτερικής καλλιέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη παιδαγωγική έρχεται αντιμέτωπη με το ίδιο αίνιγμα: είναι εφικτό να μεταλαμπαδευθεί η δικαιοσύνη, η εγκράτεια, η αρετή μέσω παιδαγωγικών σχημάτων, ή μήπως απαιτείται εκείνη ακριβώς η σωκρατική τροπή πρός εαυτόν, η οποία προϋποθέτει κρίση και επίμονη άσκηση;
Ο Πρωταγόρας ανήκει σε εκείνη τη μεταβατική φάση, όπου ο φιλόσοφος αρχίζει να συναισθάνεται την αδυναμία των πρώιμων διαλόγων να προσφέρουν θετικές λύσεις, και επιχειρεί δειλά να διατυπώσει θέσεις με σταθερότητα, χωρίς ωστόσο να απεμπολεί την απορία ως τρόπο του φιλοσοφείν. Όμως, πρέπει πράγματι να νοηθεί η απορία ως αποτυχία; Ή μήπως αποτελεί την κατ' εξοχήν έντιμη στάση απέναντι σε ερωτήματα ανυπότακτα σε κάθε δόγμα; Μήπως η φιλοσοφία ξεκινά ακριβώς εκεί όπου η βεβαιότητα εκλείπει;
Στην Απολογία, ο Σωκράτης επιμένει ότι δεν είναι διδάσκαλος: δεν έχει μαθητές, δεν αμείβεται, δεν ισχυρίζεται ότι κατέχει γνώση που μπορεί να μεταδώσει. Κι όμως, η Αθήνα τον θεωρεί παιδαγωγό, διαφθορέα της νεολαίας ή σοφό δάσκαλο ανάλογα με την οπτική γωνία. Ο Πρωταγόρας αντιμετωπίζει αυτό το παράδοξο κατά μέτωπο: ο Σωκράτης, που αρνείται τον τίτλο του διδασκάλου, καταφέρνει να εκθέσει τον ονομαστό σοφιστή, που διακηρύσσει με παρρησία τη διδακτική του δεινότητα. Ο πρώτος πορεύεται με τη γνώση της άγνοιάς του αλλά ερευνά. Ο δεύτερος μοιάζει να κατέχει τα πάντα.
Ως "φιλοσοφικό θέατρο", όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται από πολλούς μελετητές, ο Πρωταγόρας συνιστά ένα κείμενο σπάνιας αισθητικής και φιλοσοφικής πυκνότητας, όπου η θεατρικότητα του σκηνικού πλαισίου συναντά την ακρίβεια της διαλεκτικής τέχνης. Άν υπάρχει διάλογος ικανός να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία του Συμποσίου ως το δραματικό chef d’œuvre του Πλάτωνα, αυτός είναι ο Πρωταγόρας. Πράγματι, η σκηνή στον οίκο του Καλλία, η παρουσία των διασημότερων σοφιστών της εποχής, η διαλεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Πρωταγόρα και το αμφίρροπο τέλος που αφήνει τους συνομιλητές σε κατάσταση φιλοσοφικής αμηχανίας, όλα αυτά συνθέτουν ένα λογοτεχνικό και φιλοσοφικό αριστούργημα που υπερβαίνει τα όρια της διαλεκτικής διδασκαλίας.
Η θεματική περιπλοκότητα του έργου αντανακλά την ίδια τη φύση του αντικειμένου του: η ἀρετή, για την ελληνική σκέψη, δεν αποτελεί αφηρημένη ή εξωκοσμική έννοια, αλλά μιά υπαρξιακά πυκνή και κοινωνικά ενεργή ποιότητα. Ο Πρωταγόρας διερευνά το ερώτημα της εσωτερικής ενότητας των αρετών και της δυνατότητας να συναρτηθούν όλες σε έναν κοινό ορίζοντα: εκείνον της γνώσης. Το κείμενο, ωστόσο, δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά μάλλον ανοίγει διαδρομές σκέψης που θα απασχολήσουν την φιλοσοφική παράδοση για αιώνες.
Η Θεατρικότητα του Διαλόγου
Η μέρα έχει πιά ανατείλει όταν ο Σωκράτης και ο Ιπποκράτης φθάνουν στην οικία του Καλλία. Ο θυρωρός, ευνούχος, όπως σημειώνει με νόημα ο Πλάτων, τους υποδέχεται επιφυλακτικά. "Πάλι σοφιστές!" μονολογεί με δυσφορία, εξαντλημένος από τις ακατάπαυστες επισκέψεις και εξόδους. Όταν όμως διακρίνει τον Σωκράτη, υποχωρεί· η πόρτα ανοίγει, και το θέαμα ξεδιπλώνεται μπροστά στους νεοαφιχθέντες: ολόκληρη η σοφιστική παιδεία σε όλη της την αίγλη και την επιτηδευμένη της φλυαρία.
Στο ευρύχωρο αίθριο περιδιαβαίνει ο Πρωταγόρας, ενδεδυμένος με επιτηδευμένη φροντίδα, περιστοιχισμένος από έναν ολόκληρο θίασο θαυμαστών, νεανίες από την Αθήνα αλλά και ξένοι συνοδοί, που τον ακολουθούν από πόλη σε πόλη, σαν να επρόκειτο για κινούμενο σύμβολο πανελλήνιας σοφίας. Ο Πλάτων σκιαγραφεί το περιστατικό με χορογραφική λεπτομέρεια: "Μου φάνηκε ωραίο να παρατηρώ πώς, όταν ο Πρωταγόρας άλλαζε κατεύθυνση, οι συνοδοί του άνοιγαν πρός τα δεξιά και τα αριστερά με τέτοια χάρη και συμμετρία, ώστε πάντα να επανέρχονται πίσω του χωρίς σύγχυση." Ένας χορός σε δημόσια επίδειξη της σοφιστικής τέχνης αλλά και, της σοφιστικής κενότητας.
Σε άλλο σημείο της οικίας, ο Ιππίας ο Ηλείος δεσπόζει σε υπερυψωμένο κάθισμα, περιστοιχισμένος από κύκλο νεαρών ακροατών που κάθονται ταπεινά γύρω του, σαν αυλικοί. Οι ερωτήσεις που του απευθύνονται καλύπτουν το πλήρες φάσμα των φυσικών επιστημών: από κοσμολογικές θεωρήσεις μέχρι μετεωρολογικές υποθέσεις και τεχνικές απορίες. Ο Ιππίας, πολύτροπος, αυτάρεσκος, πεισμένος για την εγκυκλοπαιδική του επάρκεια, απαντά με αυταρέσκεια και επιστημονική επιμέλεια. Η όλη σκηνοθεσία προσιδιάζει σε μονάρχη εν θρόνῳ, που μοιράζει γνωσιακές χάρες στους υπηκόους του.
Πιό πέρα, στο βάθος ενός σκοτεινού δωματίου, ακόμη στο ανάκλιντρο, αναπαύεται ο Πρόδικος ο Κείος, ο φιλόλογος των λεξιλογικών αποχρώσεων και τεχνίτης των σημασιών. Δηλώνει ασθενής ή προσποιείται κλινήρης, ωστόσο η παρουσία του είναι επιβλητική. Η φωνή του, βαθιά και αργόσυρτη, αντηχεί στο δωμάτιο· τόσο βαθιά που μερικές φορές δεν ακούγεται καθαρά. Εδώ βρίσκεται το πικρόχολο εύρημα του Πλάτωνα: ο άνθρωπος που φιλοδοξεί να διδάξει τη λεξιλογική διαύγεια και τη σημασιολογική ακρίβεια, εκφέρει λόγο σχεδόν ακατάληπτο· ο δάσκαλος της εννοιολογικής διάκρισης που δυσκολεύεται να αρθρώσει με καθαρότητα. Και όμως, οι μαθητές τον ακούν με προσήλωση, καθώς τους αναλύει τις διαφορές ανάμεσα στο "ἡδύ" και το "τερπνόν", στο "βούλεσθαι" και το "ἐπιθυμεῖν". Ο Πλάτων φωτίζει την αντινομία: ο ιεροφάντης της γλωσσικής ακρίβειας, ο θεράπων της εννοιολογικής διαύγειας δυσκολεύεται να γίνει ο ίδιος αντιληπτός.
Από τη ρητορική χορογραφία του Πρωταγόρα, στην εγκυκλοπαιδική επίδειξη του Ιππία, έως τη φωνητική δυστοκία του Πρόδικου, η παιδεία εκτίθεται ως τεχνικώς άρτια, μα ίσως εντέλει κενή αλήθειας. Και όλα αυτά εκτυλίσσονται στον οίκο του Καλλία, του πλουσιότερου Αθηναίου, του μεγάλου χορηγού των σοφιστών· αλλά τί ακριβώς αγοράζει το χρήμα; Αγοράζει τη γνώση ή το προσωπείο της; Τη σοφία ή την εικονογραφία της;
Ιστορικό πλαίσιο
Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 432 π.Χ., λίγο πρίν από την έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου που θα συγκλονίσει τον ελληνικό κόσμο. Η αθηναϊκή δημοκρατία βρίσκεται στο αποκορύφωμα της ακμής της, υπό την πολιτική σκέπη του Περικλή· ενός ηγέτη που πατρωνεύει τον Πρωταγόρα και τους άλλους σοφιστές. Το σοφιστικό κίνημα ανθεί: περιπλανώμενοι διδάσκαλοι της πολιτικής τέχνης και της ρητορικής ταξιδεύουν από πόλη σε πόλη, συγκεντρώνοντας ακροατήρια, προσήλυτους και οικονομικά οφέλη. Η εύθραυστη αυτή συμμαχία δημοκρατίας και σοφιστικής, στηριγμένη στην κοινή πίστη ότι η πολιτική δεινότητα δεν είναι έμφυτο χάρισμα αλλά κοινόκτητη δυνατότητα, είναι πρόσκαιρη. Εντός δύο δεκαετιών, η Αθήνα θα συντριβεί και η σοφιστική θα γίνει συνώνυμη της ηθικής απάτης.
Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης, περ. 490 - 420 π.Χ.
Ο Πρωταγόρας ήταν ο πρώτος που αυτοπροσδιορίστηκε ως σοφιστής και αξίωσε αμοιβή για τη διδασκαλία του· εισηγείται ότι κάθε ζήτημα μπορεί να υποστηριχθεί εξίσου πειστικά από δύο αντίθετες θέσεις, πρόδρομος του σχετικισμού. Γνωστός για την ρήση "πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος" και για το βιβλίο "Περὶ Θεῶν" που ξεκινούσε με τη φράση: "Περὶ μὲν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθ᾽ ὡς εἰσίν, οὔθ᾽ ὡς οὐκ εἰσίν" - "Για τους θεούς δεν μπορώ να ξέρω ούτε άν υπάρχουν ούτε άν δεν υπάρχουν".
Υπήρξε οικείος του Περικλή, νομοθέτης της νέας αποικίας της Θουρίας, εύπορος, ο διασημότερος των σοφιστών. Στο τέλος της ζωής του, σύμφωνα με κάποιες πηγές, δικάστηκε για ασέβεια, αλλά η ιστορία είναι αμφίβολη.
Ιπποκράτης
Νεαρός αριστοκράτης, υιός του Απολλοδώρου, αδελφός του Φάσωνος, ο Ιπποκράτης εισέρχεται στη σκηνή με τον άδολο παρορμητισμό της νεότητας: ενθουσιώδης, άκριτος, μαγεμένος από τη φήμη του Πρωταγόρα. Θέλει να γίνει "σοφός", να αποκτήσει πολιτική επιρροή και να διαπρέψει στην Εκκλησία του Δήμου. Αλλά τί θα απογίνει αυτός ο νέος; Η ιστορία δεν το καταγράφει. Ίσως έγινε ένας από τους πολλούς ρήτορες που πλημμύρισαν την ύστερη αθηναϊκή δημοκρατία. Ίσως απογοητεύτηκε και εγκατέλειψε τη φιλοδοξία. Ίσως πέθανε στον πόλεμο. Η σιωπή της ιστορίας είναι εμφαντική: οι περισσότεροι μαθητές των σοφιστών δεν άφησαν κανένα ίχνος.
Αλκιβιάδης
Παρίσταται σιωπηλός, υπομειδιών, "γενειάζων μόλις", σημειώνει ο Πλάτων. Είναι ήδη μύθος εν τω γίγνεσθαι: ο ωραιότερος, ο πλουσιότερος, ο πλέον φιλόδοξος από τη νέα γενιά της Αθήνας. Εραστής ή ερώμενος του Σωκράτη, ανάλογα με το πρίσμα της ανάγνωσης, μέλλων στρατηγός, αποστάτης και μισθοφόρος. Το 404 π.Χ., σχεδόν τρείς δεκαετίες μετά την εμφάνισή του στον Πρωταγόρα, θα δολοφονηθεί στη Φρυγία, καταδιωκόμενος τόσο από την Αθήνα όσο και από τη Σπάρτη. Η παρουσία του στον Πρωταγόρα προοικονομεί το μέλλον του: ο νεανίας που επιθυμεί διακαώς να μυηθεί στην πολιτική ἀρετή, θα καταστεί το εμβληματικότερο παράδειγμα ηθικής διαφθοράς.
Κριτίας
Ένας ακόμη νεανίας παρίσταται διακριτικά στη σκηνή: ο Κριτίας, μελλοντικός επικεφαλής των Τριάκοντα Τυράννων, αρχιτέκτονας ενός από τα σκοτεινότερα ολιγαρχικά πειράματα στην αθηναϊκή ιστορία. Φιλόσοφος, ποιητής με λογοτεχνικές αξιώσεις, πολιτικός με φιλοδοξίες, αλλά θα μείνει στη μνήμη κυρίως ως ένας τύραννος υπεύθυνος για τον μαζικό θάνατο εκατοντάδων συμπολιτών του. Θα πέσει νεκρός το 403 π.Χ., σε μάχη εναντίον των δημοκρατικών εξορίστων που επέστρεψαν για να αποκαταστήσουν το πολίτευμα. Η τραγική ειρωνεία είναι οδυνηρή: οι εν δυνάμει μαθητές της ἀρετῆς, γίνονται τύραννοι.
Η σχέση μεταξύ Σωκράτη και Πρωταγόρα είναι ένα εκκρεμές που αιωρείται διαρκώς ανάμεσα στον σεβασμό και την υποδόρια αμφισβήτηση. Ο Σωκράτης, με την αρχική του αναφορά στον Πρωταγόρα ως "σοφώτατον τῶν νῦν ἀνθρώπων', φαίνεται να τον εγκωμιάζει· όμως, ο έπαινος είναι αμφίσημος, γιατί αμέσως διασαλεύεται από την ειρωνική του ροπή: τί διδάσκει ακριβώς ο σοφιστής; Η εισαγωγική σκηνή του διαλόγου φέρει εντός της ολόκληρο τον σκελετό του φιλοσοφικού προβληματισμού: ο Σωκράτης απευθύνεται στον Ιπποκράτη με μιά σειρά ερωτήσεων που προσομοιώνουν τη λογική της μαθητείας. Άν πάς σε γιατρό, γίνεσαι γιατρός· άν μαθητεύσεις δίπλα σε γλύπτη, θα γίνεις γλύπτης. Τί θα γίνεις άν πάς στον Πρωταγόρα; Η αμηχανία του Ιπποκράτη, η αδυναμία του να κατονομάσει το τελικό προϊόν της παιδείας που αγοράζει, αποκαλύπτει το πρόβλημα: η σοφιστική υπόσχεται κάτι αλλά αυτό το κάτι είναι απροσδιόριστο, ενίοτε ντροπιαστικό. "Θα γίνω σοφιστής;" ρωτά απορημένος. Το γέλιο των παρισταμένων είναι ενδεικτικό: κανείς δεν θέλει να είναι σοφιστής, γιατί αυτό δηλώνει μέν επαγγελματική ιδιότητα αλλά όχι ηθική συγκρότηση.
Ο Πρωταγόρας είναι ένας από τους λίγους διαλόγους όπου ο Σωκράτης εμφανίζεται σχετικά νέος. Αυτή η λεπτομέρεια, που συχνά παραβλέπεται, είναι σημαντική: ο διάλογος μπορεί να θεωρηθεί ως απεικόνιση της "απαρχής" του Σωκράτη ως φιλοσόφου, της πρώτης εμφάνισης της σωκρατικής απορίας. Η σκηνή επομένως είναι αλληγορική· είναι η εικονογράφηση της αντίθεσης ανάμεσα στη φιλοσοφική έρευνα, που αναζητά την αλήθεια με ταπεινότητα και αμφιβολία και τη σοφιστική τέχνη, που διαπραγματεύεται την αρετή ως πακέτο ικανοτήτων επί πληρωμή.
Ο Ιπποκράτης ενσαρκώνει, με τη νεανική του ζέση, το ιδεατό κοινό των σοφιστών: φιλόδοξοι νέοι που επιθυμούν κοινωνική αναρρίχηση μέσω της εκμάθησης πολιτικών δεξιοτήτων. Η προθυμία του να δαπανήσει μεγάλα ποσά, η αδυναμία του να κατονομάσει το περιεχόμενο της σοφίας που αγοράζει, η σύγχυση ανάμεσα στο να γίνει σοφός ή επιτυχημένος, συνθέτουν τον πυρήνα της σωκρατικής κριτικής. Η σοφιστική παιδεία, φαίνεται να υπονοεί ο διάλογος, δεν προσφέρει ουσιαστική μόρφωση· εμπορεύεται προσδοκίες.
Χρήμα και σοφία
Ο Πρωταγόρας λαμβάνει αμοιβές αστρονομικής τάξεως, υψηλότερες από εκείνες οποιουδήποτε γλύπτη ή ζωγράφου, όσο διάσημος κι άν είναι. Ο Καλλίας, ο χορηγός του διαλόγου, έχει δαπανήσει υπέρογκα ποσά σε σοφιστές· περισσότερα, σημειώνει ο Πλάτων, απ’ όσα όλοι οι άλλοι Αθηναίοι μαζί. Απέναντι σ’ αυτό το φανταχτερό οικονομικό οικοσύστημα, ο Σωκράτης αντιπαρατίθεται ως η ενσαρκωμένη ένδεια: ανυπόδητος, με ένα φθαρμένο ιμάτιο, δίχως περιουσία ή χρηματική αξίωση για τη διδασκαλία του. Η αντίθεση είναι εντυπωσιακή: ο Πρωταγόρας πλουτίζει διδάσκοντας την ἀρετή· ο Σωκράτης παραμένει πτωχός αναζητώντας την. Ποιός από τους δύο είναι ο αληθινός σοφός;
Αργότερα στη συζήτηση, ο Πρωταγόρας αποκαλύπτει το ιδιότυπο σύστημα αμοιβής του: ο μαθητής πληρώνει ό,τι θεωρεί ο ίδιος δίκαιο· και άν υπάρξει διαφωνία, μπορεί να ορκιστεί στο ιερό και να αποδώσει το ποσό που θα επικυρώσει με τον όρκο του. Η ἀρετή έτσι καθίσταται ζήτημα προσωπικής εκτίμησης, όχι αντικειμενικής αξίας ή ουσίας. Η σοφία παύει ν' αποτελεί εσωτερικό μέτρο.
Η δομή του διαλόγου, θεατρική στην έντασή της, επιτρέπει στον Πλάτωνα να αποκαλύψει την ιδεολογική φόρτιση μιάς ολόκληρης εποχής. Ο Πρωταγόρας δεν αντιπροσωπεύει απλώς μιά θέση περί της φύσης της ἀρετῆς· ενσαρκώνει την ανάδυση της ρητορικής στρατηγικής, στο πλαίσιο μιάς δημοκρατίας που αρχίζει να χειραγωγείται.
Ο Μύθος του Προμηθέως και η Κοσμική Θεμελίωση της Πολιτικής Αρετής
"Θέλετε να σας αφηγηθώ έναν μύθο ή να σας αναπτύξω έναν λόγο;" ερωτά ο Πρωταγόρας και η συνέλευση των νέων ανταποκρίνεται: "Ό,τι προτιμάς".
Ο Πρωταγόρας μειδιά, γνωρίζοντας τη δύναμη του μύθου. "Νομίζω ότι θα ήταν κομψότερο να ξεκινήσω από έναν μύθο", αποφαίνεται. Και αρχίζει την αφήγηση με τη μεγαλοπρέπεια του ραψωδού που απαγγέλλει τον Όμηρο.
Ήταν τότε μιά αρχέγονη εποχή, όπου μόνο οι θεοί είχαν έδρα στον κόσμο, ενώ κανένα θνητό γένος ακόμη δεν είχε προκύψει. Όταν ήλθε η ώρα να γεννηθούν οι θνητοί, οι θεοί τούς δημιούργησαν εντός της γής, συνθέτοντας το σώμα τους από γή και φωτιά και από μίγματα στοιχείων που αναμιγνύονταν με αυτά. Όταν επρόκειτο να τους φέρουν στο φώς, ανέθεσαν στον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τους εφοδιάσουν και να διανείμουν σε κάθε γένος τις αρμόζουσες ικανότητες και ιδιότητες.
Ο Επιμηθέας, με χαρακτηριστική προθυμία, παρακάλεσε τον αδελφό του: "Άφησέ με να κάνω εγώ τη διανομή· εσύ έλα να επιθεωρήσεις όταν τελειώσω". Ο Προμηθέας συμφώνησε. Τότε εκείνος άρχισε να απονέμει.
Άλλοτε έδινε σε κάποια όντα σωματική δύναμη χωρίς ταχύτητα· άλλοτε τα προίκιζε με ταχύτητα, αλλά τους στέρησε τη ρώμη. Σε άλλα χάρισε φυσικά όπλα· ενώ όσα άφησε άοπλα, τα προίκισε με ευφυείς τρόπους διαφύγης. Στα ασθενικά χάρισε φτερά ή τους έφτιαξε υπόγειες κατοικίες για προστασία. Σε όσα πλάσματα χάρισε μέγεθος, τα προστάτευσε με το ίδιο το μέγεθός τους. Έτσι, κάθε χάρισμα το εξισορρόπησε με κάποιο αντίρροπο· και με σοφία επιμερίστηκαν τα εφόδια, φροντίζοντας να διατηρηθεί κάθε γένος και να μην αφανιστεί.
Αφού προίκισε τα έμβια με μέσα αυτοάμυνας έναντι της μεταξύ τους εξόντωσης, μερίμνησε και για την προστασία τους από τις περιβαλλοντικές δυσχέρειες, που μετεωρίζονται από τη βούληση του Δία. Τους έντυσε με πυκνά τριχώματα και στιβαρά δέρματα, ικανά να αντέχουν τόσο στο ψύχος όσο και στον καύσωνα και να λειτουργούν ως φυσικά στρωσίδια κατά την ανάπαυση. Άλλα τα "υπέδησε" με σκληρές οπλές, άλλα με στιβαρά πέλματα.
Έπειτα επινόησε για κάθε είδος διαφορετική τροφή: στα μέν χλόη, στα δε καρπούς δέντρων ή ρίζες. Σε ορισμένα είδη επέτρεψε να τραφούν με τη σάρκα άλλων· και τότε εφάρμοσε ένα ακόμη σοφό μέτρο: όσα ζώα έτρωγαν άλλα, τεκνοποιούσαν σπανίως· όσα κατατρώγονταν, πολλαπλασιάζονταν αθρόως. Έτσι η ισορροπία των γενών διατηρήθηκε μέσα από την αντιστάθμιση ζωής και θανάτου.
Ο Επιμηθέας, νωθρός στον στοχασμό και αδέξιος στη μεθοδική πρόνοια, κατασπατάλησε τις ζωτικές δυνάμεις στα άλογα είδη, λησμονώντας παντελώς τον άνθρωπο. Και όταν πιά απέμενε το ανθρώπινο γένος, το βρήκε γυμνό, ανυπόδητο, άοπλο, ασκεπές από κάθε προστατευτικό ή επινοητικό χάρισμα και σάστισε. Καθώς παραπαίει μέσα στην απορία, καταφθάνει ο Προμηθέας για να επιθεωρήσει τη διανομή· και βλέπει μέν τα ζώα άρτια και αρμονικά κεκοσμημένα με ό,τι χρειάζονταν, τον δε άνθρωπο έκθετο, ευάλωτο, ανέτοιμο να αντικρίσει το φώς του κόσμου. Η ώρα είχε κιόλας σημάνει, η μοίρα απαιτούσε να εξελθεί το ανθρώπινο γένος στην επιφάνεια της γής.
Τί απομένει να πράξει; Ο Προμηθέας, αδυνατώντας να βρεί άλλη οδό, καταφεύγει σε μιά ύστατη, ιερόσυλη πράξη: διαρρηγνύει τα όρια του θείου και κλέπτει από τον Ήφαιστο και την Αθηνά τη δημιουργική σοφία, μαζί με τη φωτιά. Αυτά τα παραδίδει στον άνθρωπο ως εφόδια για τον βίο. Έτσι ο άνθρωπος απέκτησε την πρακτική ευφυΐα που απαιτεί η επιβίωση, αλλά η πολιτική φρόνηση, το μέτρο και ο λόγος, του διέφευγαν ακόμη· αυτά διαφυλάσσονταν στον Δία, και ο Προμηθέας δεν είχε πλέον το δικαίωμα να εισέλθει στην ακρόπολη όπου κατοικούσε.
Παρά ταύτα, παραβιάζει μυστικά το κοινό εργαστήριο των τεχνών, όπου η Αθηνά και ο Ήφαιστος ασκούν τις αγαπημένες τους τέχνες και αφαιρεί την πυριγόνο τέχνη του Ηφαίστου και τις επινοήσεις της Αθηνάς. Τα προσφέρει όλα στον άνθρωπο. Κάτ' αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος απέκτησε τις τεχνικές δεξιότητες και την ευπορία που εξασφαλίζει ο βιοτεχνικός νούς, ενώ ο Προμηθέας, θύμα όχι μόνον της φιλοστοργίας του αλλά και της αφροσύνης του, υπέστη αργότερα την εσχάτη ποινή για την ιερόσυλη αυτή δωρεά.
Οι νεαροί ακροατές στέκονται εκστατικοί. Ο μύθος έχει τη δύναμη της ποίησης, τους μεταφέρει σ’ έναν προ-ιστορικό τόπο, όπου η φροντίδα των θεών δεν έχει ακόμη εκλείψει από τον κόσμο των ανθρώπων. Αλλά ο Πρωταγόρας δεν τελείωσε. Συνεχίζει: Καθόσον ο άνθρωπος έχει θεϊκή καταγωγή, ήταν και ο πρώτος που έστρεψε τον νού του πρός το υπερβατικό, αναγνωρίζοντας τους θεούς και αποπειρώμενος να τους αποδώσει τιμές με βωμούς και αγάλματα. Κατόπιν, σύντομα, αξιοποιώντας την δύναμη του νού, διαμόρφωσε την άναρθρη φωνή σε λόγο αρθρωμένο και προσέδωσε στα πράγματα ονόματα· εφηύρε καταλύματα, ενδύματα, υποδήματα, σκεπάσματα, καθώς και τρόπους άντλησης τροφής από τα βάθη της γής.
Έχοντας έτσι προικιστεί με τα μέσα του βίου, οι άνθρωποι ζούσαν διασκορπισμένοι, καθώς δεν υπήρχαν ακόμη πόλεις. Και γίνονταν λεία των θηρίων, όντες ασθενέστεροι· διότι η τεχνική επάρκεια που διέθεταν αρκούσε για να τραφούν, αλλά δεν επαρκούσε για τον πόλεμο κατά των θηρίων.
Τότε αποπειρώνται να συνασπισθούν, ιδρύοντας κοινότητες για την αμοιβαία προστασία τους. Αλλά καθώς δεν διέθεταν ακόμη την πολιτική αρετή, άρχισαν να αδικούν αλλήλους· ο Δίας, βλέποντας το ανθρώπινο γένος να κινδυνεύει με ολοσχερή αφανισμό, αποστέλλει τον Ερμή στους ανθρώπους με εντολή να μεταδώσει δύο θεμελιώδεις δυνάμεις: την αἰδώ, την εντροπή, το μέτρο, τον εσωτερικό ηθικό περιορισμό και τη δίκη, την ικανότητα κρίσεως και το αίσθημα του δικαίου, ώστε να καταστούν δυνατοί οι δεσμοί της πόλης και του συνυπάρχειν.
Ο Ερμής τότε ρωτά τον Δία: "Πώς να τις διανείμω; Όπως τις άλλες τέχνες, στις οποίες μετέχουν λίγοι πρός όφελος των πολλών;" Ο Δίας αποκρίνεται χωρίς δισταγμό: "Σε όλους ανεξαιρέτως· η πολιτική αρετή δεν μπορεί να είναι προνόμιο των ολίγων. Και να θεσπίσεις, στο όνομά μου, έναν απαρασάλευτο νόμο: όποιος αποδεικνύεται ανίκανος να μετέχει στην αἰδώ και στη δίκη, να εκδιώκεται ή και να θανατώνεται ως νόσος για την πόλη".
Έτσι ολοκληρώνεται ο μύθος. Οι νέοι ξεσπούν σε χειροκρότημα. Ο Πρωταγόρας έχει ήδη αρθρώσει την απολογία της δημοκρατίας, θεμελιώνοντας την πολιτική αρετή στην καθολική συμμετοχή και δικαιολογώντας συνάμα το δικό του επάγγελμα: αφού όλοι μετέχουν της αρετής, η καλλιέργειά της δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη που χρειάζεται εκγύμναση.
Τα ονόματα των δύο αδελφών Τιτάνων έχουν σημασιολογικό βάθος. Ο Προμηθεύς, εκ του πρό - και μανθάνω / μήδομαι, υποδηλώνει "τον προνοητικό νού". Αντιθέτως, ο Επιμηθεύς, εκ του ἐπί - και των μανθάνω /μήδομαι,, παραπέμπει σε εκείνον που συλλαμβάνει μόνο εκ των υστέρων, όταν η πράξη έχει ήδη συντελεστεί. Η σύζευξη των δύο αυτών ονομάτων δεν είναι τυχαία, αλλά συνιστά λογοπαίγνιο. Ο Προμηθεύς, αντί να προλάβει τα σφάλματα του αδελφού του, αποτυγχάνει ακριβώς στον τομέα της ίδιας του της επωνυμίας: δεν προβλέπει. Η ειρωνεία είναι κομψή και διαπεραστική, μιά παιγνιώδης αλλά καίρια νύξη του ίδιου του Πλάτωνα πρός τον Πρωταγόρα: ο Πρωταγόρας ταυτίζεται με τον "σοφό" Προμηθέα, αλλά ο Προμηθέας του μύθου απέτυχε να προβλέψει· ήταν λιγότερο Προ-μηθεύς και περισσότερο Επι-μηθεύς από ό,τι νόμιζε.
Περαιτέρω, το όνομα Πρωταγόρας σημαίνει κυριολεκτικά "πρώτος της ἀγορᾶς", δηλαδή ο κυρίαρχος ρήτορας στη δημόσια σφαίρα· εκ του πρῶτος και ἀγορητής. Το όνομα του ήρωα, έτσι, είναι η συμπύκνωση της επαγγελματικής του αποστολής: ο Πρωταγόρας είναι ο εξοχότερος των ρητόρων, όχι όμως απαραιτήτως ζηλωτής της αλήθειας· είναι μάλλον τεχνίτης του λόγου.
Ο πυρήνας του μύθου δεν περιορίζεται στη θεογονική ή τεχνική πλοκή, αλλά αποκαλύπτει τη διάκριση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική αρετή. Η τέχνη, ως δεξιότητα κατασκευής εργαλείων, είναι αναγκαία για την επιβίωση, αλλά απολύτως ανεπαρκής για την συγκρότηση της κοινωνίας. Η κοινωνική συνύπαρξη απαιτεί επιπλέον μιά άλλη τάξη ικανοτήτων: την αἰδώ και τη δίκη, την εγκράτεια και το αίσθημα του δικαίου. Δίχως αυτές τις δυαδικές όψεις της πολιτικής αρετής, ο άνθρωπος παραμένει ένα επικίνδυνο ζώο με εργαλεία· η τεχνική γνώση χωρίς ηθική διάσταση γίνεται μοχλός αυτοκαταστροφής. Συνεπώς, ο μύθος διδάσκει πως μόνον η ενσυνείδητη αρετή μετατρέπει το πλήθος σε πόλιν.
Η αἰδώς αποτελεί μία από τις πλέον πολυεπίπεδες έννοιες της ελληνικής σκέψης, με ρίζες που ανάγονται στον μυθολογικό, ποιητικό και φιλοσοφικό λόγο. Στον Όμηρο, η λέξη αἰδοῖος δηλώνει τον αξιοσέβαστο, εκείνον που προκαλεί δέος και σεμνότητα απέναντί του, λόγω της εσωτερικής του αξίας. Η αἰδώς δεν είναι μόνο το αίσθημα ντροπής· είναι η εσωτερική ηθική φρουρά, η ενσυνείδητη αναστολή που προφυλάσσει το άτομο από πράξεις ασελγείς, ανέντιμες ή βλαπτικές για τον άλλον. Πρόκειται για την "έμφυτη συστολή" που προηγείται κάθε νόμου και λειτουργεί ως θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής.
Σε αντίθεση με την απλή φοβία της κοινωνικής καταδίκης, η αἰδώς είναι κυρίως η ηθική ευαισθησία που αναγνωρίζει ότι κάθε άνθρωπος έχει αξία, αξιοπρέπεια και απαραβίαστα όρια. Στον Πρωταγόρειο μύθο, η αἰδώς αποδίδεται σε κάθε άνθρωπο χωρίς διάκριση, γιατί μόνο ως καθολικό αίσθημα μπορεί να επιτρέψει τη συγκρότηση πόλεων. Άν απουσιάζει, η κοινωνία μετατρέπεται σε θηρευτική αγέλη.
Η δίκη, από την άλλη πλευρά, είναι το αντικειμενικό μέτρο του δικαίου. Είναι αρχή κανονιστική και θεμέλιο της θεσμικής ζωής. Στον Ησίοδο, η Δίκη προσωποποιείται ως θεά, κόρη του Διός και της Θέμιδος, που συμβολίζει την κοσμική τάξη και τη θεσμική σταθερότητα. Η Δίκη περιφέρεται ανάμεσα στους ανθρώπους, επιτηρώντας τις πράξεις τους και όποτε βλέπει αδικία, την αναφέρει στον πατέρα της.
Ωστόσο, στον μύθο του Πρωταγόρα, η δίκη αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν προέρχεται από το θεϊκό επέκεινα αλλά αναδύεται μέσα από την ανάγκη της κοινωνικής συνύπαρξης. Ο Δίας διατάζει τον Ερμή να διανείμει τη δίκη και την αἰδῶ σε όλους τους ανθρώπους, ώστε να καταστεί δυνατή η σύσταση της πόλεως. Αυτό που προσφέρεται είναι η ικανότητα για δικαιοσύνη και συστολή, όχι ένα απαράβατο σώμα κανόνων. Εδώ προκύπτει η καινοτομία: η δικαιοσύνη ως ανθρώπινη δυνατότητα, όχι ως εξ αποκαλύψεως εντολή.
Το περιεχόμενο του δικαίου, σε αυτό το πλαίσιο, υπόκειται σε νόμους, σε ανθρώπινες συμβάσεις, συμφωνίες, συναινέσεις. Το δίκαιο είναι αποτέλεσμα λόγου και διαπραγμάτευσης. Γι’ αυτό και μπορεί να μεταβάλλεται, να προσαρμόζεται, να κρίνεται και να αναθεωρείται. Στον Πρωταγόρα, δεν υπάρχει ούτε ίχνος αναφοράς σε θεόπνευστο νόμο· αντίθετα, η πολιτική δικαιοσύνη είναι επινόηση ανθρώπινη και ορίζεται ως τέτοια. Το κριτήριο είναι η βιωσιμότητα της πόλεως.
Η αἰδώς και η δίκη αποτελούν, λοιπόν, τις δύο απαραίτητες ιδιότητες του πολιτικού ανθρώπου. Η πρώτη είναι η εσωτερική ηθική φλόγα, το προσωπικό μέτρο, η σεμνότητα που συγκρατεί· η δεύτερη είναι ο εξωτερικός κανόνας, οι νόμοι και οι θεσμοί. Μαζί συνθέτουν τη δυνατότητα του ανθρώπου να ζεί ως πρόσωπο εν κοινωνία.
Ο μύθος του Πρωταγόρα συνιστά μιά φιλοσοφική παραλλαγή της παρακαταθήκης του Προμηθέα, που συνομιλεί με τις ποιητικές εκδοχές του ίδιου θέματος και κυρίως με την τραγική σύλληψη του Αισχύλου. Στον Προμηθέα Δεσμώτη, ο Τιτάνας προφέρει τα περίφημα λόγια: "Τυφλὰς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα... πρὸς τοῖσδε δ᾽ αὐτοῖς πῦρ ἐπορισάμην", δηλώνοντας ότι ενεφύσησε στους ανθρώπους όχι μόνο το πύρ, αλλά και ελπίδες, προσδοκίες χωρίς βεβαιότητα, που ωστόσο γεννούν τον πολιτισμό. Ο Αισχύλειος Προμηθεύς είναι ο αρχιτέκτων της ανθρώπινης μέριμνας και της προσδοκίας ενός μέλλοντος πέραν του παρόντος πόνου· ο επαναστάτης που αντιτίθεται στην τυραννία της θεϊκής τάξης και εναγκαλίζεται τη θνητότητα ως προοπτική δημιουργίας.
Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, ωστόσο, ο τόνος αλλάζει. Ο Προμηθέας δεν προσφέρει στους ανθρώπους ἐλπίδα, αλλά τη γνώση της τέχνης που καθιστά εφικτό τον βιοπορισμό, την επιβίωση, την υπέρβαση της φυσικής αδυναμίας. Η πολιτική αρετή, το ήθος του συνυπάρχειν, απορρέει από την επέμβαση του Διός. Ο Δίας, ο θεός της ισορροπίας, της κυριαρχίας και της κοσμικής τάξης, είναι αυτός που χαρίζει την αἰδώ και τη δίκη ως προϋποθέσεις για τη συγκρότηση της πόλεως. Έτσι, ο Πλάτωνας επανατοποθετεί τη ρίζα της πολιτικής κοινότητας στη διανεμημένη ηθική του πλήθους.
Ο μύθος αυτός δεν πρέπει να προσεγγιστεί ως φυσιοκρατική αφήγηση ανθρωπογένεσης, αλλά ως αλληγορική πραγματεία περί της ουσίας του ανθρώπου. Το επίδικο δεν είναι η χρονική ακολουθία από το άλογο στο έλλογο, ούτε από το φυσικό στο πολιτικό· είναι η ειδολογική διαίρεση ανάμεσα σε δύο συνιστώσες της ανθρώπινης υπόστασης: αφενός την τεχνική ικανότητα, την επινοητικότητα που επιτρέπει στον άνθρωπο να κυριαρχεί επί του φυσικού περιβάλλοντος και αφετέρου την πολιτική αρετή, την ικανότητα συμβίωσης εντός πλαισίων κοινά αποδεκτών, με θεσμούς και, νόμους.
Ο μύθος του Πρωταγόρα συνιστά, κατά βάθος, το πλατωνικό επιχείρημα για το τί σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Στην καρδιά του βρίσκεται η αναγνώριση ότι η ανθρωπινότητα δεν ταυτίζεται ούτε με την ευφυΐα ούτε με την κατασκευή εργαλείων· ανήκει μάλλον σε μιά σφαίρα όπου συμβιώνουν η αἰδώς και η δίκη. Εκεί θεμελιώνεται η έννοια του πολίτη: στην ταυτόχρονη ικανότητα να τεχνουργεί και, να συν-ζεί.
Η Διαλεκτική του Σωκράτη
"Πρωταγόρα», λέει ο Σωκράτης με εκείνη την προσποιητή αφελή προσήνεια που κρύβει την κοφτερή του διάνοια, μόλις ο σοφιστής ολοκληρώνει τον περίτεχνο λόγο του, "θα ήθελα να σου εκθέσω ακόμη μία μικρή, ίσως παιδαριώδη, απορία". Ο Πρωταγόρας, ακόμη μεθυσμένος από τη ρητορική του επιτυχία, ανταποκρίνεται με αυτοπεποίθηση: "Ρώτα χωρίς δισταγμό· θα απαντήσω με χαρά". Ο Σωκράτης προχωρεί με τη χαρακτηριστική του μεθοδικότητα: "Ισχυρίζεσαι ότι η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η ευσέβεια, όλες αυτές οι αρετές, συνιστούν, με κάποιον τρόπο, μία ενότητα. Θα μπορούσες να μου αποσαφηνίσεις τη φύση της σχέσης τους;"
Ο Πρωταγόρας, απορροφημένος ακόμη από τη μυθοπλαστική του σύλληψη, απαντά απερίσκεπτα: "Οι επιμέρους αρετές είναι μέρη του όλου· όπως το στόμα, τα μάτια, η μύτη και τα ώτα συνθέτουν το πρόσωπο". Ο Σωκράτης, ήδη διακρίνοντας ρωγμές στη συλλογιστική, τον ρωτά: "Μπορεί, λοιπόν, κάποιος να κατέχει ένα από αυτά τα μέρη χωρίς τα υπόλοιπα;" Ο Πρωταγόρας επιμένει: "Ασφαλώς· υπάρχουν άνθρωποι ανδρείοι που δεν είναι δίκαιοι, και δίκαιοι που δεν είναι σώφρονες».
Έτσι ανοίγει η πύλη για τον σωκρατικό ἔλεγχο, τη διαλεκτική εξερεύνηση που θα αποδομήσει το δογματικό σχήμα του Πρωταγόρα, αποτελώντας τον φιλοσοφικό πυρήνα του υπόλοιπου διαλόγου.
Όμως πρίν, ο Σωκράτης παραθέτει δύο εμπειρικά επιχειρήματα που υπονομεύουν την υπόθεση της δυνατότητας παιδευτικής μετάδοσης της αρετής. Το πρώτο αντλείται από την ίδια τη δημόσια ζωή της Αθήνας και συγκεκριμένα από την Εκκλησία του Δήμου: "Όταν η πόλις καλείται να αποφανθεί επί θεμάτων τεχνικών, οικοδομικών ή ναυπηγικών, καλούνται οι εξειδικευμένοι: οι αρχιτέκτονες, οι ναυπηγοί. Άν κάποιος άλλος, όσο επιφανής και ευπαρουσίαστος κι άν είναι, προσπαθήσει να μιλήσει, τον διακόπτουν με σκώμματα και τον αποδοκιμάζουν. Όταν όμως συζητείται η διακυβέρνηση της πόλεως, που υποτίθεται ότι προϋποθέτει την πολιτική αρετή, τότε επιτρέπεται ο λόγος σε όλους: σε ξυλουργούς, μεταλλουργούς, πλοιάρχους, εμπόρους, πλουσίους και πένητες, ακόμη και σε δούλους. Κανείς δεν απαιτεί να έχουν διδαχθεί· κανείς δεν διερωτάται ποιός είναι ο διδάσκαλός τους. Συμπερασματικά: η αθηναϊκή πολιτεία φέρεται σαν να πιστεύει ότι η αρετή δεν διδάσκεται".
Πρόκειται για μιά ρητορικά κομψή και υπόγεια επιθετική παρατήρηση: ενώ η πόλις σέβεται την εξειδίκευση στις τέχνες, αντιμετωπίζει την πολιτική όχι ως τέχνη αλλά ως έμφυτο χάρισμα προσβάσιμο σε όλους. Ο Σωκράτης, λοιπόν, δεν απορρίπτει ρητά τη δυνατότητα διδασκαλίας της αρετής· αντίθετα, επισημαίνει το παράδοξο: άν η αρετή καλλιεργείται, γιατί η ίδια η δημοκρατία δεν τη διδάσκει, ούτε απαιτεί πιστοποίηση για εκείνον που μιλά ως πολίτης; Ή μήπως, τελικά, η αρετή είναι κάτι διαφορετικό από τις υπόλοιπες τέχνες;
Η παρατήρηση του Σωκράτη διακρίνεται για την οξύνοια και την ειρωνική της διεισδυτικότητα. Ο Πρωταγόρας μόλις έχει υποστηρίξει ότι η πολιτική αρετή κατανέμεται καθολικά· ότι όλοι οι άνθρωποι, εκ φύσεως και εκ πολιτικής ανάγκης, μετέχουν σε αυτήν. Άν, όμως, η αρετή είναι έμφυτη ή εμπεδώνεται μέσω της κοινωνικής συναναστροφής, τότε για ποιόν λόγο να αμειφθεί ο σοφιστής για τη διδασκαλία της; Άν όλοι κατέχουν ήδη το ζητούμενο, ποιό είναι το ακριβές αντικείμενο της σοφιστικής τέχνης;
Η δεύτερη ένσταση είναι ακόμη πιό διαβρωτική και αιχμηρή: "Ανάμεσα στους πολίτες της πόλεώς μας", λέει ο Σωκράτης, 'γνωρίζω μερικούς από τους σοφότερους και ικανότερους, όπως ο Περικλής, ο πατέρας των νέων που κάθονται εδώ μπροστά μας. Ο Περικλής διέθεσε τα μέσα και το ενδιαφέρον να τους μορφώσει σε ό,τι μπορεί να διδαχθεί: στην ιππασία, στη μουσική, στη γυμναστική. Μα όσον αφορά την πολιτική αρετή, τον τομέα στον οποίο ο ίδιος υπερείχε όλων, τους άφησε να περιπλανώνται σαν ἱερά πρόβατα, με την αφελή ελπίδα ότι κάποτε θα τη συναντήσουν μόνοι τους. Τι απορρέει από αυτό; Μήπως το ότι η αρετή δεν διδάσκεται;"
Η αναφορά στους υιούς του Περικλή, τον Πάραλο και τον Ξάνθιππο, δεν είναι τυχαία. Η Αθήνα ολόκληρη γνώριζε την παρακμή των απογόνων του σπουδαιότερου πολιτικού της· ήταν κοινή πεποίθηση πως επρόκειτο για πρόσωπα μάλλον αποτυχημένα, ακόμη και ασεβή, με τον Ξάνθιππο να έχει φθάσει στο σημείο να προσβάλλει δημοσίως τον ίδιο του τον πατέρα. Άν ο ίδιος ο Περικλής δεν κατόρθωσε να εμφυσήσει την αρετή στα σπλάχνα του, με ποιό κύρος ο Πρωταγόρας ισχυρίζεται ότι δύναται να τη μεταδώσει σε ξένους νέους, αγνώστους, άσχετους;
Ο Πρωταγόρας παραθέτει ένα παράδειγμα. "Φανταστείτε", λέει, "μιά πόλη στην οποία η ίδια η επιβίωση εξαρτάται από την ικανότητα παιξίματος του αυλού. Εκεί, κάθε πολίτης θα διδάσκει τον αυλό· οι γονείς τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι τους μαθητές, οι φίλοι αλλήλους· κανείς, όμως, δεν θα κατονομάζει συγκεκριμένο "δάσκαλο" του αυλού, γιατί όλοι θα συμβάλλουν στην εκπαίδευση· και όλοι θα φθάνουν σε έναν στοιχειώδη βαθμό επάρκειας, με τους πλέον ευφυείς ή επιμελείς να διακρίνονται".
Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει με την αρετή, υποστηρίζει: επειδή όλοι την καλλιεργούν, άλλοτε ασυνείδητα, άλλοτε συνειδητά, θεωρείται αυτονόητη και δεν αναγνωρίζεται ως αντικείμενο εξειδικευμένης γνώσης. Οι γονείς, οι θεσμοί, οι νόμοι, ακόμη και οι άγραφες κοινωνικές προσδοκίες λειτουργούν ως παιδαγωγοί. Ωστόσο, αυτή η διδασκαλία είναι αποσπασματική και ανειδίκευτη. Ο Πρωταγόρας, αντιθέτως, αξιώνει ότι προσφέρει κάτι ποιοτικά ανώτερο: εξειδικευμένη και, υψηλού επιπέδου διδασκαλία.
Η απάντηση του Πρωταγόρα διαθέτει συνοχή, ωστόσο δεν είναι απολύτως πειστική· φέρει μάλλον τον χαρακτήρα ευφυούς υπεκφυγής. Άν πράγματι η πολιτική αρετή μεταγγίζεται πανταχόθεν, μέσα από το ήθος της πόλης, τη μίμηση, τους θεσμούς, τις καθημερινές συναναστροφές, τότε ποιός ο λόγος να καταβάλει κανείς υπέρογκες αμοιβές σε έναν σοφιστή, για κάτι που ήδη του προσφέρεται απλόχερα, ως προϊόν της ίδιας της συμμετοχής του στον βίο της πόλεως; Άν η αρετή είναι τόσο διαχυτή όσο υποστηρίζει ο Πρωταγόρας, τότε η εξειδικευμένη διδασκαλία της καθίσταται διακοσμητική.
Ο Σωκράτης δεν εκθέτει ρητώς τις επιφυλάξεις του· αποφεύγει την κατά μέτωπον αντιπαράθεση και, με τη γνωστή του διαλεκτική ευφυΐα, μετατοπίζει τη συζήτηση σε διαφορετικό έδαφος.Αντί να αμφισβητήσει τη θέση του Πρωταγόρα, επιλέγει να την αποδομήσει εκ των ένδον: "Ας δεχθούμε, χάριν λόγου, ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί. Αλλά πές μου, Πρωταγόρα, η αρετή είναι ενιαία ή ένα σύνολο διακεκριμένων ιδιοτήτων;" Με αυτό το ερώτημα εγκαινιάζεται η φιλοσοφική αναδίφηση περί της ενότητας των αρετών που θα κυριαρχήσει στο υπόλοιπο του διαλόγου.
Η δραματουργική κορύφωση του διαλόγου
Αλλά η συζήτηση δεν εξελίσσεται αδιατάρακτα· αντιθέτως, στο μέσον περίπου του διαλόγου, η ένταση κορυφώνεται. Καθώς ο Σωκράτης επιτείνει τη διαλεκτική πίεση μέσω διαδοχικών ερωτήσεων σχετικά με τη σχέση μεταξύ σωφροσύνης και δικαιοσύνης, ο Πρωταγόρας αρχίζει να χάνει την ψυχραιμία του. Αντί να ανταποκρίνεται με τη λιτότητα που προϋποθέτει η σωκρατική μέθοδος, επιστρατεύει λόγους ολοένα εκτενέστερους ως άμυνα απέναντι στην απλότητα της ερώτησης.
Ο Σωκράτης, με προσποιητή ταπεινοφροσύνη που κρύβει δηκτικό υπονοούμενο, προβάλλει την εξής ένσταση: "Πρωταγόρα, η μνήμη μου είναι αδύναμη· όταν κάποιος μού απευθύνει μακροσκελείς εκθέσεις, ξεχνώ τί ελέχθη στην αρχή προτού φτάσει στο τέλος. Όπως άν ήμουν βαρήκοος θα μου μιλούσες δυνατότερα, έτσι που είμαι ξεχασιάρης, μίλα μου συντομότερα".
Ο Πρωταγόρας αντιδρά ενοχλημένος: "Μα τί ζητάς ακριβώς; Να δίνω απαντήσεις πιό συνοπτικές απ’ ό,τι επιβάλλεται;" "Όχι βέβαια", απαντά ο Σωκράτης. "Τότε να απαντώ όσο πρέπει;" επιμένει ο Πρωταγόρας. "Ασφαλώς". "Και ποιός το κρίνει αυτό; Εσύ ή εγώ;" Η ειρωνεία είναι έκδηλη. Ο Πρωταγόρας αρνείται να υποταχθεί στον σωκρατικό διάλογο.
Ο Σωκράτης, εν είδει δραματικής εξόδου, σηκώνεται όρθιος: "Έχω άλλες υποχρεώσεις· κι άν επιθυμείς να συνεχίσουμε μακρυγορώντας, θα χρειαστεί να το αναβάλουμε". Η κίνησή του προκαλεί αναστάτωση· ο Καλλίας τον αρπάζει από το χέρι: "Μείνε· χωρίς εσένα, η συζήτηση θα χάσει τη σπονδυλική της στήλη". Ο Αλκιβιάδης απευθύνεται στον Πρωταγόρα: "Ο Σωκράτης δεν φιλονικεί στην τέχνη της ρητορικής έκτασης, αυτό το παραδέχεται. Όμως στο διαλέγεσθαι, στον τέχνασμα της ερωταποκριτικής ακρίβειας, δεν υστερεί από κανέναν. Άν, λοιπόν, παραδέχεσαι ότι δεν είσαι ικανότερός του στο είδος αυτό, ενέδωσε· άν, όμως, το αξιώνεις, απόδειξέ το".
Η πρόκληση είναι πονηρή. Ο Πρωταγόρας έχει δύο επιλογές: είτε να παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να διαλέγεται με τη σωκρατική μέθοδο - οπότε τί είδους σοφιστής είναι;, είτε να δεχτεί τους όρους, παραδίδοντας τον έλεγχο στον Σωκράτη. Ο Κριτίας, βλέποντας την αδιέξοδη σύγκρουση, παρεμβαίνει προτείνοντας να επιτραπεί στον καθένα να μιλήσει όπως επιθυμεί, υπό την επίβλεψη ενός διαιτητή. Ο Πρόδικος, με την εμμονή στις σημασιολογικές αποχρώσεις, παρεμβάλλει την τεχνική: "Πρέπει να τους ακούμε ἐπ᾽ ἴσης, όχι όμως ὁμοίως". Η παρέμβασή του, παρ’ όλη τη σοβαροφάνεια, σατιρίζεται από τον Πλάτωνα ως παράδειγμα της λεξιθηρικής σχολαστικότητας που τόσο αγαπούσε ο σοφιστής.
Ο Ιππίας παρεμβαίνει, προτείνοντας μιά τρίτη λύση: να μιλήσει πρώτος ο ένας με εκτενή λόγο, να απαντά ο άλλος με σύντομες ερωτήσεις και ακολούθως να εναλλάσσονται. Όμως η πρότασή του προσπερνάται αδιάφορα. Τελικώς, καταλήγουν σε έναν παράδοξο συμβιβασμο: ο Πρωταγόρας θα αναλάβει προσωρινά τον ρόλο του ερωτώντος και ο Σωκράτης του αποκρινόμενου· κατόπιν οι ρόλοι θα αντιστραφούν.
Και τί κάνει ο Πρωταγόρας; Παρουσιάζει ένα ποίημα του Σιμωνίδη και ζητά από τον Σωκράτη να το ερμηνεύσει! Το απόσπασμα μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να πραγματεύεται το πρόβλημα της ηθικής τελείωσης, υποστηρίζοντας ότι είναι δύσκολο να γίνει κανείς αληθινά αγαθός. Παρ' όλα αυτά, το ποίημα ενέχει μιά αντινομία: ενώ ο Σιμωνίδης φαίνεται να στηλιτεύει τον περίφημο στίχο του Πιττακού - "Χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔμμεναι", δηλαδή ότι "είναι δύσκολο να είναι κανείς αγαθός", στη συνέχεια ο ίδιος ο Σιμωνίδης φαίνεται να συναινεί με αυτήν ακριβώς τη θέση. Ο Πρωταγόρας, επιχαίρων, αναφωνεί: "Να λοιπόν· ο ποιητής αυτοαναιρείται!"
Ο Σωκράτης επιστρατεύει μιά ευρηματική ερμηνεία: διακρίνει μεταξύ του γίνεσθαι και του εἶναι. Υποστηρίζει ότι ο Σιμωνίδης δεν απορρίπτει την ηθική δυσκολία καθαυτή, αλλά στρέφεται κατά της διατύπωσης του Πιττακού, επειδή εκείνος ισχυρίστηκε πως είναι δύσκολο να γίνει κανείς αγαθός· ενώ, κατά τον Σιμωνίδη, το ουσιώδες πρόβλημα δεν έγκειται στην απόκτηση, αλλά στη διατήρηση της αρετής. Η τελείωση είναι εξ ορισμού ακατόρθωτη, προνόμιο μόνο των θεών, ενώ η παραμονή στο αγαθό, παρ’ όλες τις ροπές του ανθρώπου πρός την ύβρη και την πλάνη, είναι πράξη σπάνιας συνέχειας και σταθερότητας. Άρα, ο ποιητής δεν αντιφάσκει· αντιθέτως, επανατοποθετεί το σημείο της δυσκολίας όχι στη μετάβαση από το μη αγαθό στο αγαθό, αλλά στην αέναη εγρήγορση που απαιτεί η κατοχή του. Η επιχειρηματολογία, όσο ρητορικά λεπταίσθητη και άν είναι, ακροβατεί στα όρια του σοφιστικού λόγου· ο ίδιος ο Σωκράτης δείχνει να παίζει με τις λέξεις, κατά τον τρόπο των συνομιλητών του.
Ποιά η σκοπιμότητα αυτής της ποιητικής παρέκκλισης; Γιατί ο διάλογος εκτρέπεται από τη φιλοσοφική διερεύνηση της αρετής στην ερμηνευτική αντιπαράθεση γύρω από ένα απόσπασμα του Σιμωνίδη; Η απάντηση προσφέρεται εμμέσως από τον ίδιο τον Σωκράτη στο τέλος του επεισοδίου: η ενασχόληση με τα ποιητικά κείμενα, όταν παύει να είναι εφαλτήριο στοχασμού, παρομοιάζεται με το φαινόμενο των ευτελών συμποσίων, όπου η σιωπή των αμαθών καλύπτεται με θορυβώδεις μουσικές.
Ο Σωκράτης διατυπώνει με ρητορική ακρίβεια την κριτική του: "Το να συζητούμε ποιήματα", λέει, "μου θυμίζει τα συμπόσια των φαύλων και αγοραίων ανθρώπων, εκεί όπου, λόγω πνευματικής ένδειας, οι συνδαιτυμόνες αδυνατούν να διαλεχθούν, και έτσι προστρέχουν σε αυλητρίδες". Στο αντίθετο άκρο, "εκεί όπου οι συνδαιτημόνες είναι καλοί κἀγαθοί και πεπαιδευμένοι, δεν θα συναντήσει κανείς αυλητρίδες· αυτοί, αρκούμενοι στην πνευματική αυτάρκεια του εαυτού τους, αντλούν τέρψη και νόημα από τον διάλογο. Ούτε ποιητές χρειάζονται, των οποίων τις απόψεις δεν μπορείς να διασαφηνίσεις, γιατί είναι απόντες. Άν είμαστε πράγματι τέτοιοι άνθρωποι, ας αφήσουμε τους ποιητές και ας επιστρέψουμε στη μεταξύ μας συνομιλία".
Η παραβολή λειτουργεί ως δηκτική καταδίκη της σοφιστικής χρήσης της ποίησης: ο νεκρός λόγος της ποίησης γίνεται έτσι ασφαλές καταφύγιο για όποιον επιθυμεί να αναμετρηθεί όχι με την αλήθεια, αλλά με τη ρητορική επιφάνεια.
Επομένως, η παρεμβολή του ποιητικού επεισοδίου είναι η σκηνή όπου διαγράφεται η βαθιά διάκριση ανάμεσα στη σοφιστική ερμηνευτική και τη σωκρατική διαλεκτική. Η πρώτη αναζητεί εξουσία πάνω στο νόημα· η δεύτερη αναζητά την αλήθεια μέσα από το νόημα. Και σε αυτή τη διαφορά έγκειται η φιλοσοφική βαρύτητα του διαλόγου.
Η Ενότητα των Αρετών
"Επανερχόμαστε, Πρωταγόρα, στο αρχικό ερώτημα που μας απασχόλησε", λέει ο Σωκράτης με το χαρακτηριστικό του ήθος της ευγενικής επιμονής. "Μου είχες αναφέρει ότι η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ευσέβεια, η σοφία και η ανδρεία συνιστούν τα επιμέρους μέρη της αρετής. Άν δεν απατώμαι, διατύπωσες τη θέση ότι η ανδρεία διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις λοιπές· ισχυρίστηκες πως υπάρχουν άνθρωποι εξόχως ανδρείοι, πλήν όμως άδικοι, ακόλαστοι, ανόσιοι και αμαθείς. Το διατύπωσες έτσι, ορθώς;" Ο Πρωταγόρας επιβεβαιώνει. "Τότε", συνεχίζει ο Σωκράτης, "ας εξετάσουμε εκ του σύνεγγυς αυτό το σημείο, που μου φαίνεται καίριο".
Το ερώτημα περί της ἑνότητος τῶν ἀρετῶν βρίσκεται στον πυρήνα ολόκληρης της πλατωνικής ηθικής. Άν οι αρετές υφίστανται ως αυτοτελείς και ασύνδετες ηθικές ιδιότητες, τότε η ανθρώπινη αρετή είναι μερικώς αποκτήσιμη, μπορεί κανείς να κατέχει τη μία, ενώ στερείται των άλλων. Άν, όμως, οι αρετές συγκροτούν μία ουσιώδη ενότητα· άν δεν είναι παρά εκφάνσεις μιάς κοινής γνωσιακής βάσης ή λογικής ἀλήθειας τοῦ ἀγαθοῦ, τότε η αρετή δεν μπορεί να είναι διαιρετή. Δεν μπορείς να είσαι "κατά το ήμισυ αγαθός"· είτε είσαι, είτε δεν είσαι. Ο ηθικός άνθρωπος διέπεται ολοκληρωτικά από το φώς της φρόνησης, ή δεν έχει αγγίξει κάν το νόημα του καλοῦ.
Ο Σωκράτης υφαίνει την επιχειρηματολογία του με τρόπο φαινομενικά απλό, αλλά ακριβή, μέσω μιάς αλυσίδας ερωτήσεων που αποδομούν σταδιακά τη θέση του Πρωταγόρα. "Οι ανδρείοι", ρωτά, "πορεύονται πρός τα δεινά;", δεινά εδώ σημαίνει τα φρικτά, τα επώδυνα, τα δυνητικώς θανατηφόρα. Ο Πρωταγόρας απαντά καταφατικά. "Και οι δειλοί;" "Στα αντίθετα". "Δηλαδή στα θαρραλέα;" "Ναί". "Συνεπώς, οι ανδρείοι πορεύονται πρός τα θαρραλέα και οι δειλοί πρός τα δεινά;" "Έτσι φαίνεται". Αλλά ο Σωκράτης παρεμβάλλει τώρα μία διάκριση: "Εκείνοι που εισέρχονται στον πόλεμο, γνωρίζοντας τους κινδύνους αλλά διαθέτοντας την τέχνη του πολέμου, είναι ανδρείοι ή δειλοί;" Ο Πρωταγόρας απαντά: 'Ανδρείοι'. "Κι εκείνοι που πορεύονται επίσης στον κίνδυνο, αλλά χωρίς καμμία εμπειρία ή επίγνωση;" "Και αυτοί, αλλά με τρόπο παράφρονα".
Η διάκριση που επιχειρεί είναι λεπτή, αλλά καίρια. Υπάρχει ένα είδος θάρρους που γεννάται από την τυχαιότητα της άγνοιας ή της αφροσύνης· τέτοιο θάρρος δεν αξιώνει τον τίτλο της αρετής. Η ἀνδρεία, κατά τη σωκρατική αποδόμηση, δεν είναι απλώς το να μη φοβάσαι, αλλά το να γνωρίζεις τί αξίζει να φοβάσαι και τί όχι, το να έχεις επακριβή κρίση του δεινού και του ἀναγκαίου. Έτσι, η συζήτηση οδηγείται στην αντίληψη ότι κάθε αρετή, για να είναι αυθεντική, πρέπει να εδράζεται σε λογική γνώση· η ηθική πράξη δεν είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής παρόρμησης, αλλά προϊόν φρόνησης.
Η επιχειρηματολογική αλυσίδα που ξεκινά από την ανδρεία, θα εκβάλει σύντομα στη λεγόμενη ηδονιστική ενότητα του διαλόγου· εκεί όπου το ευχάριστο, το συμφέρον και το καλό θα τεθούν σε αντιπαραβολή.
Η Ηδονή, η Φρόνηση και το Μέτρο
Και τώρα εισερχόμαστε στο πλέον πολυσυζητημένο σημείο του διαλόγου, εκεί όπου η διαλεκτική του Σωκράτη αποκτά ανατρεπτικό χαρακτήρα. Προκειμένου να ολοκληρώσει την επιχειρηματολογία του υπέρ της ταύτισης της ἀνδρείας με τη σοφία, ο Σωκράτης εισάγει έναν ηδονιστικό ισχυρισμό, ως εργαλείο αποδόμησης της έννοιας της ἀκρασίας, της ψυχικής κατάστασης κατά την οποία κάποιος, ενώ γνωρίζει το ορθό, επιλέγει το μη ορθό.
"Πές μου, Πρωταγόρα", λέει με προσποιητή αθωότητα, "ποιά είναι, κατά τη γνώμη σου, η αντίληψη των πολλών; Δεν λένε ότι συχνά γνωρίζουν ποιό είναι το βέλτιστο, κι όμως δεν το πράττουν, παρότι έχουν τη δύναμη, επειδή νικιούνται από την ηδονή, ή τον πόνο, ή κάποιο άλλο πάθος;" Ο Πρωταγόρας συμφωνεί. Ο Σωκράτης, αφοπλιστικός και μεθοδικός, προχωρεί: "Τί εννοούν όταν λένε "νικώμαι ὑπὸ τῆς ἡδονῆς"; Ας εξετάσουμε τί εννοούν στην πραγματικότητα".
Ακολουθεί μιά σειρά ερωτήσεων που στοχεύει στην αποδόμηση του φαινομενικά αυτονόητου. "Ποιό είναι το ἀγαθόν;", ρωτά. "Δεν είναι, τελικά, το ἡδύ;" Οι πολλοί, μέσω του Πρωταγόρα, εμφανίζονται αμήχανοι. Ο Σωκράτης επιμένει: "Άν απομονώσουμε την εμπειρία της ηδονής από τις μεταγενέστερες συνέπειες, δεν είναι, καθαυτήν, θετική, ευκταία;" Ο Πρωταγόρας, παρά τη διστακτικότητα του, υποχρεώνεται να παραδεχτεί, καθ' ὅσον ἡδονή, το πράγμα είναι ἀγαθόν· και καθ' ὅσον πόνος, κακόν.
Αυτή η παραδοχή θεμελιώνει την ηθική ηδονιστική αρχή πάνω στην οποία οικοδομείται το επιχείρημα. Άν το αγαθό είναι το ηδονικό και το κακό το επώδυνο, τότε η φράση "υπερνικιέμαι από την ηδονή" θα πρέπει να αναλυθεί διαφορετικά: υπερνικιέμαι από κάτι που είναι καθαυτό καλό. Αλλά αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: πώς είναι δυνατόν να ηττάται κανείς από το ίδιο το ἀγαθόν; Η μόνη εύλογη απάντηση είναι ότι δεν ηττάται, αλλά λανθάνει στον υπολογισμό: δεν δύναται να εκτιμήσει επαρκώς τις συγκριτικές αξίες των ηδονών και των πόνων, των παρόντων και των μελλοντικών. Δηλαδή, δεν σφάλλει η βούληση αλλά ο λογισμός.
Η συλλογιστική αυτή αναδεικνύει το πλατωνικό αίτημα για ταύτιση αρετής και γνώσης. Δεν υπάρχει διάσπαση ανάμεσα στο γνωρίζειν και το πράττειν· υπάρχει μόνο ασάφεια στον υπολογισμό των ηδονικών και αλγεινών μεγεθών. Η ανδρεία, η εγκράτεια, η φρόνηση, συγκλίνουν σε γνωσιακή σαφήνεια, σε ικανότητα ορθής αποτίμησης.
Έτσι, η ἀκρασία, ως έννοια, εξαϋλώνεται· δεν είναι υπαρκτό ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά εσφαλμένη περιγραφή μιάς γνωσιακής σύγχυσης. Η ηθική αποτυχία δεν οφείλεται στη βούληση που υποτάσσεται, αλλά στον λογισμό που πλανάται.
"Φαντάσου", λέει ο Σωκράτης, "ότι παρατηρείς δύο αντικείμενα από απόσταση· το ένα ογκώδες μα απομακρυσμένο, το άλλο μικρό αλλά εγγύς. Το βλέμμα μπορεί να τα εξισώσει ως πρός το μέγεθος, όμως η μέτρηση αποκαλύπτει τη διαφορά. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ηδονές: οι άμεσες μοιάζουν εντονότερες απ’ όσο είναι, ενώ οι μελλοντικές υποτιμώνται. Πρόκειται για την ηθική εκδοχή της προοπτικής πλάνης". Στην πραγματικότητα, συνεχίζει, εκείνο που απαιτείται δεν είναι σιδερένια βούληση, αλλά μετρητική ικανότητα, μία επιστήμη του ηδονικού λογισμού, μία τέχνη ικανή να αξιολογεί τις συνέπειες πέρα από το παρόν ερέθισμα.
Το λογικό συμπέρασμα αυτής της διερεύνησης είναι το γνωστό σωκρατικό αξίωμα: "ουδείς ἑκὼν κακός". Δηλαδή, ουδείς πράττει το κακό ενσυνείδητα ή εσκεμμένα. Όταν ένας άνθρωπος επιλέγει το μη αγαθό, δεν το πράττει επειδή η βούλησή του υπέκυψε, αλλά διότι η κρίση του έχει συσκοτισθεί από πλάνη, από μερική ή ελλιπή γνώση των πραγματικών συνεπειών της πράξης του. Η κακία, επομένως, δεν είναι θέμα ηθικής διαστροφής, αλλά γνωσιακής ανεπάρκειας. Ο ηθικός εκτροχιασμός είναι μορφή γνωστικής πλάνης.
Αυτή η σκέψη οδηγεί τον διάλογο πίσω στο ερώτημα της ἀνδρείας. Ο Σωκράτης εστιάζει στην εννοιολογική της σύσταση: "Τί ακριβώς φοβούνται οι δειλοί;" ρωτά. "Τα δεινά", απαντά ο Πρωταγόρας. "Και τί εστί δεινόν;" "Εκείνο που επιφέρει πόνο", έρχεται η απάντηση. Ο Σωκράτης συνεχίζει: "Άρα οι δειλοί αποστρέφονται τον πόνο και επιθυμούν την ηδονή. Συμφωνούμε;" "Ναί". "Και οι ανδρείοι, τότε, αντιτάσσονται στα δεινά;" "Ναί, αλλά όχι σε όσα είναι αληθινά δεινά, παρά σε εκείνα που φαίνονται δεινά στους αμαθείς, ενώ δεν είναι τέτοια στην πραγματικότητα". Το επιχείρημα κλείνει: η ἀνδρεία δεν είναι ένστικτο ή παρόρμηση, αλλά η διαυγής γνώση τού ποιό είναι το πραγματικό κακό και ποιό όχι· είναι η ικανότητα ηθικής διάκρισης μεταξύ του φαινομενικά φοβερού και του όντως επιβλαβούς.
Ο Πρωταγόρας, παρά τη ρητορική του ευστροφία, αναγκάζεται να παραδεχθεί: η ἀνδρεία είναι ένα είδος σοφίας, μιά υπολογιστική γνώση του μέλλοντος καλού και του μέλλοντος κακού. Έτσι, μέσα από το φαινομενικά ηδονιστικό επιχείρημα, ο Σωκράτης ανακτά το ηθικό πρωτείο της διαλεκτικής: η αρετή δεν είναι υπόθεση πάθους, αλλά μορφή γνώσης, μιά επιστημολογική κατάσταση της ψυχής που διαπερνά κάθε της απόφαση.
Σύνδεση με τον Αριστοτέλη
Στο έβδομο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων, ο Αριστοτέλης καταπιάνεται διεξοδικά με το φαινόμενο της ἀκρασίας, αναγνωρίζοντάς την ως γνήσιο φαινόμενο. Παρότι συμμερίζεται εν μέρει τη σωκρατική θέση ότι ο ἀκρατής πράττει ἐξ ἀγνοίας, διαφοροποιεί τη φύση αυτής της ἄγνοιας. Δεν πρόκειται για παντελή έλλειψη γνώσης, αλλά για μιά διάσπαση μεταξύ του καθολικού και του επιμέρους. Ο ἀκρατής διαθέτει τη γενική γνώση, π.χ. "τα γλυκά βλάπτουν", αλλά τη στιγμή της πράξης, η επιθυμία παρεμποδίζει την ενεργοποίηση της προκείμενης "καθ᾽ ἕκαστον", ότι δηλαδή "το συγκεκριμένο γλυκό είναι βλαβερό". Η κρίσιμη γνώση βρίσκεται εν υπνώσει, παραγκωνισμένη από το σφοδρό του πάθους. Ο Αριστοτέλης παρομοιάζει την κατάσταση αυτή με έναν μεθυσμένο που απαγγέλλει στίχους του Εμπεδοκλή χωρίς συνείδηση του νοήματός τους, έχει τον λόγο, όχι όμως και την ικανότητα πρόσληψής του.
Η αριστοτελική σύλληψη είναι εξαιρετικά πιό εκλεπτυσμένη από τη σωκρατική, αναγνωρίζοντας την ετερογένεια των ψυχικών επιπέδων και την ικανότητα της επιθυμίας να παραλύει τη βούληση χωρίς να εξαλείφει το ίχνος της γνώσης. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την πιό διαστρωματωμένη αντίληψη, η σωκρατική διορατικότητα παραμένει: στον πυρήνα της ακρασίας υπάρχει κάποιο είδος γνωστικής αποτυχίας.
Εδώ αναφαίνεται η πρόθεση του σωκρατικού ηδονισμού: η ανάδειξη της αρετής ως μετρητικής ἐπιστήμης, μιάς ἐπιστήμης του ορθού λογισμού, ικανής να συγκρίνει μελλοντικές ηδονές και πόνους κατά τρόπο απρόσβλητο από τη σαγήνη του παρόντος. Η "μετρητική τέχνη" που εισηγείται ο Σωκράτης εμφανίζεται ως απόπειρα γεωμετρικοποίησης της ηθικής κρίσης· επιδιώκει να καταστήσει το αγαθό ζήτημα ακριβούς σύγκρισης, μετατρέποντας τη βούληση σε όργανο σταθμισμένης επιλογής και την ηθική σε κλάδο εφαρμοσμένων μαθηματικών. Μιά τέτοια προοπτική έχει ισχυρή απήχηση στους οπαδούς του γνωσιοκρατικού και ωφελιμιστικού παραδείγματος. Ωστόσο, για όσους αντιλαμβάνονται την ηθική ως σύμπλοκο υπαρξιακής πυκνότητας και συναισθηματικής έντασης, η πρόταση αυτή φαντάζει όχι μόνο ανεπαρκής αλλά και παραπλανητική. Διότι η ζωή δεν υποτάσσεται σε μονάδες μέτρησης και η πραγματική κατανόηση του ἀγαθοῦ δεν αναδύεται από το ισοζύγιο ἡδονῆς καὶ ἀλγηδόνος· η επιστήμη των ποσοτικών αποτιμήσεων μπορεί να προσφέρει εργαλειακή διαύγεια, αλλά δεν εγγυάται την ηθική ενόραση, ούτε συνιστά αυτοτελή μορφή αρετής.
Φιλοσοφική Αβεβαιότητα και Ερμηνευτική Ελευθερία
Η συζήτηση φτάνει στο τέλος της. Ο Πρωταγόρας έχει παραδεχτεί, έστω απρόθυμα, ότι η ἀνδρεία συνδέεται οργανικά με τη σοφία. Και άν αυτό ισχύει, τότε το σύνολο των αρετών δεν αποτελεί ένα διασκορπισμένο σύμπλεγμα ανεξάρτητων ιδιοτήτων, αλλά διαγράφεται ως ενιαίο σχήμα, όπου η γνώση λειτουργεί ως το συνεκτικό θεμέλιο. Κι όμως, ο Σωκράτης δεν θριαμβολογεί. Αντίθετα, με μιά υπόγεια μελαγχολία, απευθύνεται στον συνομιλητή του με μιά αφοπλιστική μεταφορά: "Πρωταγόρα, άν όσα είπαμε μπορούσαν να ενδυθούν ανθρώπινη μορφή, θα μας κατηγορούσαν ότι παλινδρομούμε ανάμεσα σε αντίρροπες θέσεις, χωρίς συνέπεια. Εσύ, Πρωταγόρα, που υποστήριξες εξαρχής ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί, καταλήγεις να την αποσυνδέεις από τη γνώση· κι εγώ, που είχα εκφράσει αμφιβολία, τώρα φαίνομαι να ταυτίζω την αρετή με τη γνώση και άρα να υπονοώ ότι μπορεί να μεταδοθεί μέσω διδασκαλίας".
Το παράδοξο αυτής της ανατροπής αποκαλύπτει την ρευστότητα της φιλοσοφικής αναζήτησης. Οι θέσεις δεν είναι σταθερές, αλλά διαμορφώνονται, διακυβεύονται και ενίοτε καταρρέουν κάτω από το βάρος των ίδιων τους των αντιφάσεων. Η σιγή του Πρωταγόρα είναι το σημείο τομής όπου η σοφιστική βεβαιότητα συναντά την σωκρατική ειρωνεία.
Ο Σωκράτης επανέρχεται, με τόνο μειλίχιο και απολογητικό, σαν να αισθάνεται αδυναμία να κλείσει τη συζήτηση: "Αυτό που τώρα λαχταρώ περισσότερο είναι να ξεκαθαρίσουμε τί είναι ακριβώς η αρετή, προτού επιστρέψουμε στο άν διδάσκεται. Νιώθω σαν τον Επιμηθέα του μύθου σου, που ξέχασε την πρόνοια· κι εγώ επίσης ξεχνώ την αρχή. Θα ήθελα να επιστρέψουμε στην απαρχή της διερώτησης".
Ο Πρωταγόρας όμως δεν ανταποκρίνεται. Αντιθέτως, αναγνωρίζει τη διαλεκτική ευφυΐα του Σωκράτη, προφητεύοντας σχεδόν την φήμη του: "Σωκράτη, εκτιμώ τη θέρμη σου και νομίζω ότι από όλους τους ανθρώπους εσύ έχεις φυσική ικανότητα. Είσαι ακόμη νέος, μα μιλάς με τρόπο ώριμο και διαυγή. Δεν θα εκπλαγώ άν η σοφία σου σε καταστήσει εξέχουσα φυσιογνωμία. Μα ας αφήσουμε το θέμα γι' άλλη φορά".
Ο Σωκράτης σηκώνεται, λέγοντας: "Κι εγώ έχω ήδη καθυστερήσει από αυτό που όφειλα να κάνω. Αλλά έμεινα για τον Καλλία". Η μνεία είναι ηθελημένα αμφίσημη, μεταξύ ευγενούς φιλοφρόνησης και παιγνιώδους υπαινιγμού.
Ο διάλογος τελειώνει εκεί όπου η απορία γίνεται καρπός της σοφίας· και η αβεβαιότητα δεν είναι αδυναμία, αλλά συνειδητή παραίτηση από την πρόφαση της τελικής απάντησης. Ο Ιπποκράτης, που εισήλθε με την ελπίδα μαθητείας, μένει τώρα σιωπηλός. Ο Πλάτων δεν μας λέει τί σκέφτεται· διότι η φιλοσοφία δεν θριαμβεύει με αποκρίσεις, αλλά με ερωτήσεις που αντέχουν στον χρόνο.
Νεότητα και Γήρας
Η διάσταση της ηλικίας διαπερνά τον διάλογο με τρόπο υπόγειο αλλά φορτισμένο. Ο Πρωταγόρας, ήδη στην εσχατιά του βίου, ίσως και πέραν των εβδομήντα ετών, επικαλείται την ηλικιακή του υπεροχή όχι μόνον ως τεκμήριο εμπειρίας αλλά ως αήττητη αυθεντία: "είμαι αρκετά ώριμος για να είμαι πατέρας όλων σας". Κι όμως, η ηλικία του δεν τον θωρακίζει από τη δύναμη της σωκρατικής διαλεκτικής. Ο νεαρός Σωκράτης, ακόμη στη φάση της πνευματικής του αναρρίχησης, καταφέρνει να τον υπερφαλαγγίσει με τη διαυγή λογική του πυκνότητα.
Η σκηνή προδιαγράφει την μελλοντική αναστροφή: ο Σωκράτης, σήμερα νεαρός και άσημος, θα εξελιχθεί στον εμβληματικό παιδαγωγό της πόλεως· ενώ ο Πρωταγόρας, παρά την τρέχουσα αίγλη του, βρίσκεται κοντά στο τέλος του κύκλου του· η φήμη του, σύντομα, θα κατακαθίσει στη σκόνη του παρελθόντος.
Στο τέλος, ο Πρωταγόρας αναγνωρίζει τον Σωκράτη αλλά δεν υποτάσσεται. Ο έπαινός του, "δεν θα απορήσω αν καταστείς παγκοίνως γνωστός για την οξύνοιά σου" φέρει κάτι το γνήσιο αλλά και το αμυντικό, σαν να θέλει να ελέγξει το πλαίσιο του εγκωμίου ώστε να αποφύγει την ταπείνωση. Αρνείται να παραδεχτεί την ήττα και ίσως δίκαια: η φιλοσοφική συζήτηση δεν είναι μιά μονομαχία με τρόπαια, αλλά μιά αέναη αναζήτηση.
Ανδρεία και φόβος
Ένα τελευταίο θέμα που αξίζει αναφοράς αφορά την υπαινικτική ειρωνεία που περιβάλλει την έννοια της ανδρείας. Η περί ηθικού σθένους διερώτηση εκτυλίσσεται σε περιβάλλον άνεσης και ευφορίας, εν μέσω ενός ειρηνικού συμποσίου, ανάμεσα σε νέους ευπόρους και λόγιους που αναπτύσσουν θεωρίες περί θανάτου και γενναιότητας, καθισμένοι αναπαυτικά σε περίτεχνα ανάκλιντρα. Η στοχαστική περιγραφή της ανδρείας αποκλίνει θεαματικά από την εμπειρική της δοκιμασία. Πολύ σύντομα, τα ίδια πρόσωπα θα βρεθούν αντιμέτωπα με την οδυνηρή πραγματικότητα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πόσοι θα σταθούν στο ύψος των φιλοσοφικών τους θεωριών;
Η διστακτικότητα του Πρωταγόρα πρός το τέλος είναι δηλωτική. Παρά την καταφανή υπεροχή του Σωκράτη, ο σοφιστής δεν υποχωρεί πλήρως· επιλέγει τη σιωπή, ίσως ως τελευταία πράξη αξιοπρέπειας. Αντιστοίχως, ο Σωκράτης δεν διεκδικεί περιφανή νίκη· η εσωτερική του ευγένεια τον ωθεί να αφήσει ανοιχτό τον ορίζοντα του διαλόγου. Η κρίσιμη ερώτηση παραμένει μετέωρη: προτού αποφανθούμε άν η αρετή δύναται να μεταδοθεί, οφείλουμε να συμφωνήσουμε ως πρός την ουσία της. Το ερώτημα "τί ἐστιν ἀρετή;" δεν βρίσκει τελεσίδικη απάντηση.
Η απορία που διατρέχει τον διάλογο δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά τεκμήριο εντιμότητας. Η αποτυχία του διαλόγου να φτάσει σε οριστικά συμπεράσματα είναι διδακτική: αναδεικνύει τα όρια της διαλεκτικής μεθόδου και την ανάγκη για συνεχή φιλοσοφική έρευνα.
Μέσα σε αυτή την πολυσημία, ο Πλάτων καθιστά τον αναγνώστη από παθητικό δέκτη σε ενεργό συμπαίκτη της φιλοσοφικής άσκησης. Δεν του προσφέρει έτοιμα αξιώματα, αλλά του εμπιστεύεται τον κόπο της κριτικής ανάλυσης. Ερωτήσεις όπως: "Καλλιεργείται η αρετή;", «Ποιά η φύση της γνώσης;", "Ποιά η σχέση ηδονής και ηθικής τελείωσης;", δεν προτείνονται ως προβλήματα που χρήζουν απάντησης, αλλά ως φώτα πορείας πρός την εσωτερική παιδεία.
Σε αυτό έγκειται και η ανατρεπτική φύση του πλατωνικού ύφους: ως υποκίνηση διαλόγου. Το κείμενο δεν δημιουργεί δόγματα αλλά έναν χώρο ανοικτής σκέψης. Ο Πλάτων δεν ζητεί να εξουδετερώσει τον σοφιστή αλλά να επινοήσει μαζί του και μέσω αυτού, νέες τροχιές εμβάθυνσης. Η φιλοσοφία του δεν υπόσχεται λύσεις, αλλά προτρέπει σε μιά αυθεντική αναμέτρηση με την πολυσημία της ανθρώπινης συνθήκης.
Το Ήθος της Συνομιλίας
Η επιρροή του Πρωταγόρα στη μεταγενέστερη φιλοσοφική παράδοση ήταν τεράστια. Η σύλληψη της αρετής ως μορφής γνώσης, καθώς και η ιδέα της ενότητας των επιμέρους ηθικών αρετών, θα αναδειχθούν σε θεμέλιους λίθους της στωικής φιλοσοφίας: στον Χρύσιππο, ιδιαίτερα, απαντά κανείς μιά μεθοδικά επεξεργασμένη υπεράσπιση αυτών των σωκρατικών - πρωταγόρειων θέσεων. Η διδασκαλία ότι το κακό δεν διαπράττεται εκούσια, έγινε γνωστή ως το "Σωκρατικό παράδοξο" και συνέχισε να προκαλεί φιλοσοφικές συζητήσεις από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Αυγουστίνο και πέρα από αυτούς.
Στην πολιτική θεωρία, ο διάλογος εγείρει ερωτήματα γύρω από τη δημοκρατική καθολικότητα και την αξίωση της ειδικής γνώσης. Ο πρωταγόρειος μύθος θεμελιώνει την ιδέα ότι κάθε πολίτης μετέχει, έστω στοιχειωδώς, στην ικανότητα πολιτικής κρίσης και άρα νομιμοποιείται να λαμβάνει μέρος στις συλλογικές αποφάσεις. Αντιστρόφως, Ο Σωκράτης μοιάζει να προτείνει έναν πιό ελιτιστικό ορίζοντα: αφήνει να διαφανεί μιά λιγότερο αισιόδοξη διαπίστωση: ότι πολλοί, ίσως η πλειονότητα, κινούνται χωρίς ουσιαστική επίγνωση του αγαθού, στερούμενοι της βαθύτερης γνώσης που θα καθιστούσε την κρίση τους πραγματικά έγκυρη.
Πώς μπορεί να γεφυρωθεί η αντίθεση ανάμεσα στη σωκρατική αξίωση περί γνώσης και στη δημοκρατική απαίτηση της καθολικής συμμετοχής; Ίσως η λύση να μην βρίσκεται στην απαίτηση καθολικής σοφίας, αλλά στην αναγνώριση μιάς καθολικής δυνατότητας συνδιαμόρφωσης. Η δημοκρατία δεν προϋποθέτει πως όλοι κατέχουν την αλήθεια, αλλά πως όλοι φέρουν το δικαίωμα να συνεισφέρουν στην από κοινού αναζήτησή της. Η πολιτική αρετή δεν είναι ιδιοκτησία του ειδήμονα ούτε παράγωγο αυθεντίας· προκύπτει μέσα από την αλληλεπίδραση πολλών φωνών και, προοπτικών
Επίλογος
Είκοσι πέντε αιώνες μετά από εκείνο το πρωινό στον οίκο του Καλλία, το ερώτημα εξακολουθεί να προβάλλει με ένταση. Σε μιά συγκυρία όπου η γνώση έχει εκχυδαϊσθεί σε συσσωρευμένη πληροφορία, η πλατωνική προτροπή για φιλοσοφική ενδοσκόπηση αποκτά κατεπείγον χαρακτήρα. Τί πραγματικά αποκομίζουμε από τη μάθηση; Συσσωρεύουμε περιεχόμενο ή ωριμάζουμε στον νού; Εσωτερικεύουμε το ήθος ή απλώς ακονίζουμε εργαλεία;
Ο Πρωταγόρας, μέσα από την εύγλωττη απορία του επίλογου, διδάσκει ότι η αρετή δεν είναι ένα κεφάλαιο που παραδίδεται ετεροχρονισμένα, αλλά τροχιά που διαγράφεται εντός της ροής του βίου· προϋποθέτει εκείνο που ο Σωκράτης αποκαλούσε "δοκιμασία τοῦ βίου", μιά εγρήγορση ηθική και στοχαστική, χωρίς τέρμα ή ανάπαυλα.
Το πιό γόνιμο παράδοξο του διαλόγου έγκειται στην ίδια του την ανατροπή: ναί, η αρετή διδάσκεται, αλλά ουδόλως όπως φανταζόταν ο Πρωταγόρας. Δεν μεταδίδεται μέσω μακρηγοριών ή φανταιζί επιχειρημάτων. Αντιθέτως, διαμορφώνεται μέσα από την σωκρατική διαλεκτική, που εγείρει απορίες, κλονίζει βεβαιότητες, προβάλλει την άγνοια ως προϋπόθεση σοφίας και επιφορτίζει τον καθένα με την ευθύνη της προσωπικής ανακάλυψης.
Ως εκ τούτου, ο Πρωταγόρας είναι ένα ένα ζών προσκλητήριο. Μας καλεί να εξέλθουμε από τη λήθη του ήθους, να αμφισβητήσουμε τις βεβαιότητές μας, να εξετάσουμε τις κοιμισμένες μας απόψεις, να εμπλακούμε εκ νέου στη συνομιλία περί του εὖ ζῆν. Η αρετή δεν είναι προίκα αλλά ένα πνευματικό συμβάν· ένας διάλογος που ξεκίνησε στην αυγή της ελληνικής σκέψης και παρατείνεται ες αεί, κάθε φορά που ένας νεαρός Ιπποκράτης χτυπά την πόρτα της φιλοσοφίας με το ερώτημα: μπορώ να μάθω να υπάρχω με τρόπο αγαθό;

