Ἐλευθερία ἢ Θάνατος, η Βιογραφία ενός Διλήμματος
Καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωή, παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή. - Ρήγας Βελεστινλῆς, Θούριος
Ι.
Ας αρχίσουμε από το τέλος: από τη στιγμή κατά την οποία ένας αγορητής, όρθιος απέναντι σε ένα αμφίθυμο ακροατήριο, αντιλαμβάνεται ότι η μόνη του ελπίδα είναι να φράξει κάθε δίοδο υπεκφυγής. Δεν έχει, πρός το παρόν, σημασία σε ποιά πόλη βρισκόμαστε ούτε σε ποιόν αιώνα. Ο ρήτορας γνωρίζει ότι οι ακροατές του θα επιθυμούσαν μιά τρίτη εκδοχή: έναν συμβιβασμό, μιά αναβολή, μιά ενδιάμεση οδό που θα τους απήλλασσε από το επαχθές καθήκον της απόφασης. Γνωρίζει, επίσης, ότι άν τους παραχωρήσει αυτή την τρίτη δυνατότητα, έχει ήδη ηττηθεί. Η ρητορική του τέχνη έγκειται, επομένως, στο να πείσει όσους τον ακούν ότι μπροστά τους δεν εκτείνονται πολλοί δρόμοι, αλλά μόνον δύο και ότι ο ένας από αυτούς οδηγεί στη ντροπή.
Η αναγωγή μιάς πολιτικής απόφασης σε έσχατο υπαρξιακό διακύβευμα, όπου αντιπαρατίθενται η ζωή και ο θάνατος, η ελευθερία και η δουλεία, δεν στερείται καταγωγής. Δεν πρωτοεμφανίστηκε στη Βιρτζίνια του 1775, ούτε στις λέσχες των Ιακωβίνων, ούτε αντήχησε για πρώτη φορά το 1821. Πρωτοεμφανίστηκε ή, ακριβέστερα, βρήκε μία από τις πρώιμες και διαυγέστερες διατυπώσεις της, σε ένα μικρό ρητορικό απόσπασμα του τέλους του πέμπτου αιώνα π.Χ, το οποίο διασώθηκε σχεδόν συμπτωματικά από τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα ως υπόδειγμα του συμβουλευτικού ύφους του Λυσία.
Πρόκειται για τον λόγο που η σύγχρονη φιλολογική παράδοση αριθμεί ως τριακοστό τέταρτο, με τον τίτλο Περί του μη καταλύσαι την πάτριον πολιτείαν Αθήνησι. Στον πυρήνα του δεσπόζει η φράση που θα μας απασχολήσει: κατά τον ανώνυμο ομιλητή, είναι τιμιότερο να πεθάνει κανείς μαχόμενος παρά να προσυπογράψει, ενώπιον όλων, τη δική του θανατική καταδίκη διά της υποταγής.
Δεν επιχειρείται εδώ μιά φιλολογική γενεαλογία με τη στενή έννοια. Δεν υποστηρίζεται ότι ο Patrick Henry είχε διαβάσει τον Λυσία ούτε ότι ο Ρήγας αντέγραψε τον Αθηναίο ρήτορα. Η μετάδοση ενός συνθήματος δεν λειτουργεί κατ' αυτόν τον τρόπο· τα συνθήματα δεν κληρονομούνται όπως τα χειρόγραφα, από χέρι σε χέρι, αλλά αναδύονται εκ νέου κάθε φορά που συμπίπτουν οι ίδιες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες. Το δίλημμα "Ελευθερία ή Θάνατος" αποτελεί μιά σταθερή αρχιτεκτονική, εξίσου ικανή να φωτίσει μιά κατάσταση όσο και να την παραμορφώσει. Άλλοτε αποκαλύπτει μιά αλήθεια που ο συμβιβασμός θα συγκάλυπτε· άλλοτε κατασκευάζει έναν πλαστό καταναγκασμό εκεί όπου υπήρχε ακόμη χώρος για φρόνηση, διάκριση και, πολιτική περίσκεψη.
ΙΙ.
Για να συλλάβουμε τη λυσιακὴ διατύπωση οφείλουμε να αναπλάσουμε τὴ συγκυρία της. Η Αθήνα του 403 π.Χ. είναι μιά πόλη που έχει μόλις επιζήσει από την καταστροφή. Η ήττα στους Αιγός Ποταμούς το 405, η παράδοση στον Λύσανδρο, η κατεδάφιση των Μακρών Τειχών υπό τους ήχους αυλών και κατόπιν η αιματηρή τυραννία των Τριάκοντα, είχαν αφήσει πίσω τους, κατά την εύγλωττη διατύπωση του ίδιου του λόγου, αρκετά "μνημεία" οδύνης. Η δημοκρατία είχε αποκατασταθεί με την κάθοδο των δημοκρατικών από τη Φυλή και τον Πειραιά, υπό την ηγεσία του Θρασύβουλου, ενώ η συμφωνία της αμνηστίας, το περίφημο "μη μνησικακείν", επιχειρούσε να επουλώσει τις νωπές ακόμη πληγές του εμφυλίου. Μέσα σε αυτό το εύθραυστο πολιτικό πλαίσιο, κάποιος Φορμίσιος, ο οποίος είχε και ο ίδιος κατέλθει με τους δημοκρατικούς, εισηγήθηκε ένα ψήφισμα: η πολιτεία να περιοριστεί στους κατόχους γής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διονυσίου, η ψήφιση του μέτρου θα συνεπαγόταν τον αποκλεισμό περίπου πέντε χιλιάδων Αθηναίων από τα πολιτικά τους δικαιώματα, ενώ την πρόταση φαίνεται ότι ευνοούσαν και οι Λακεδαιμόνιοι.
Ο Διονύσιος, ο οποίος μας διασώζει το απόσπασμα στο δοκίμιό του Περί Λυσίου, το επέλεξε ως υπόδειγμα του δημηγορικού ύφους του ρήτορα, διατυπώνοντας όμως συγχρόνως την επιφύλαξή του ως πρός το άν ο λόγος εκφωνήθηκε ποτέ. Τον διατηρεί ως δείγμα συμβουλευτικού λόγου, σημειώνοντας ωστόσο ότι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς με ποιόν τρόπο ή υπό ποιες ακριβώς συνθήκες, θα μπορούσε να έχει εκφωνηθεί. Η νεότερη έρευνα διατήρησε ζωντανή αυτή την αμφιβολία. Είτε όμως ο λόγος εκφωνήθηκε είτε παρέμεινε ρητορικό υπόδειγμα, το απόσπασμα μας επιτρέπει να δούμε πώς ένας από τους δεινότερους τεχνίτες του λόγου στην αρχαιότητα αντιλαμβανόταν τον τρόπο με τον οποίο όφειλε να μιλήσει κανείς, όταν το διακύβευμα δεν ήταν μιά επιμέρους πολιτική ρύθμιση, αλλά η ίδια η επιβίωση της πολιτείας.
Και ο τρόπος τον οποίο επιλέγει είναι το δίλημμα. Ο πυρὴνας του επιχειρήματος εντοπίζεται στο σημείο οπου ο ρήτωρας αναστρέφει το ερώτημα των ἀντιπάλων του. Εκείνοι διερωτώνται: ποιά σωτηρία θα απομείνει στην πόλη, εάν δεν πράξουμε όσα προστάζουν οι Λακεδαιμόνιοι; Ο ομιλητής αρνείται να αποδεχθεί αυτο το ερώτημα και το αναποδογυρίζει: ποιά σωτηρία θα απομείνει στον λαό, ρωτά, άν πράξουμε όσα εκείνοι επιβάλλουν; Από αυτή την αντιστροφή προκύπτει το δίλημμα: άν δεν υπάρχει τέτοια σωτηρία, είναι ενδοξότερο να πεθάνουμε μαχόμενοι παρά να καταδικάσουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας σε θάνατο.
Αξίζει να παρατηρήσουμε τη μηχανική αυτής της ρητορικής επιλογής. Ο ρήτορας δεν αρνείται ότι ο θάνατος είναι πιθανός· αντιθέτως, τον ενσωματώνει στο επιχείρημά του. Εκείνο που αποκαλύπτει είναι ότι η συμμόρφωση δεν αποτελεί διαφυγή από τον θάνατο, αλλά μιά άλλη, ατιμότερη και πιό επαίσχυντη εκδοχή του· μιά αυτοκαταδίκη εκούσια. Η επιλογή που εμφανίζεται ως ασφαλής, υποταγή και επιβίωση, χάνει τότε το προσωπείο της σωφροσύνης και παρουσιάζεται και αυτή ως θάνατος, μόνο που είναι θάνατος άδοξος, θάνατος χωρίς μεγαλείο, χωρίς πολιτική αξιοπρέπεια, χωρίς την ύστατη ακτινοβολία της αντίστασης. Ενώπιον δύο θανάτων, ο έντιμος προκρίνεται. Ο τρίτος δρόμος, η επιβίωση με αντίτιμο την ἐλευθερία έχει ἐκλείψει, διότι ο ρήτωρας τον έχει επαναπροσδιορίσει ως θάνατο.
ΙΙΙ.
Πρίν προχωρήσουμε στις νεότερες εκδοχές του διλήμματος, αξίζει να σταθούμε στην προϊστορία της λυσιακής φράσης, διότι και ο ίδιος ο ρήτορας δεν μιλούσε εκ του μηδενός: κληρονομούσε, επεξεργαζόταν, μετέπλαθε. Το "ενδοξότερον θνήσκειν μαχόμενον" αντηχεί μιά ολόκληρη παράδοση πολεμικών παραινέσεων, η οποία ανάγεται στην αρχαϊκή ελεγεία. Ο Σπαρτιάτης ποιητής Τυρταίος είχε τραγουδήσει, δύο αιώνες νωρίτερα, ότι είναι ωραίο να πέφτει κανείς στην πρώτη γραμμή της μάχης, γενναίος άνδρας που αγωνίζεται για την πατρίδα του· και πίσω από τον Τυρταίο διακρίνεται ο ομηρικός Έκτορας, με τον περιώνυμο στίχο ότι ένας μόνο οιωνός είναι άριστος: να υπερασπίζεται κανείς την πατρίδα. Η σύγχρονη μελέτη της αρχαϊκής ελεγείας έχει αναδείξει πόσο τυποποιημένος ήταν αυτός ο κόσμος των πολεμικών αξιών· ένα κοινό απόθεμα εικόνων και ρήσεων από το οποίο ο κάθε ποιητής και ρήτορας μπορούσε να αντλήσει.
Εδώ όμως αναφαίνεται η πρώτη μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας μας. Ο Τυρταίος ήταν ο κατεξοχήν πολεμικός ποιητής της Σπάρτης· και ο ανώνυμος Αθηναίος ρήτορας στρέφει, εμμέσως, το τυρταϊκό ήθος εναντίον της ίδιας της Σπάρτης. Το πολεμικό ιδίωμα που είχε επινοηθεί για να εμψυχώνει τη σπαρτιατική φάλαγγα μεταφέρεται τώρα στην αθηναϊκή εκκλησία του δήμου, για να ενισχύσει την αντίσταση ακριβώς απέναντι στους Λακεδαιμονίους. Αλλά η ειρωνεία προχωρεί ακόμη βαθύτερα. Διότι η ίδια η Σπάρτη υπήρξε, περισσότερο από κάθε άλλη ελληνική πόλη, εκείνη που είχε μετατρέψει το δίλημμα "ελευθερία ή θάνατος" σε θεσμό, σε ήθος, σε καθημερινή παιδαγωγική άσκηση. Η Σπαρτιάτισσα μητέρα, παραδίδοντας στον γιό της την ασπίδα με τα λόγια "ή ταν ή επί τας", ή να την επιστρέψεις νικητής ή να σε φέρουν νεκρό επάνω της, είχε ήδη συμπυκνώσει τον πυρήνα του διλήμματος με μιά λακωνική ακαμψία που καμμία αθηναϊκή διατύπωση δεν θα μπορούσε εύκολα να υπερβεί.
Το δίλημμα, επομένως, το οποίο ο Αθηναίος ρήτορας στρέφει κατά των Λακεδαιμονίων, είναι ως πρός την καταγωγή του λακωνικό: ένα όπλο από την οπλοθήκη του ίδιου του αντιπάλου. Αυτή η ικανότητα του διλήμματος να μετακινείται από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, να αποσπάται από το αρχικό του συμφραζόμενο και να τίθεται στην υπηρεσία αντιτιθέμενων σκοπών, θα αποδειχθεί ένα από τα σταθερότερα χαρακτηριστικά του.
Υπάρχει ωστόσο και ένα δεύτερο αρχαίο υπόστρωμα που αξίζει να επισημανθεί, διότι θα βρεί απήχηση στη νεότερη ιστορία του διλήμματος: η σολώνεια ιδέα της αυτοϋποδούλωσης. Ο Σόλων είχε κατηγορήσει τους Αθηναίους που ενίσχυσαν τον τύραννο ότι δεν δικαιούνταν να επιρρίπτουν την ευθύνη στους θεούς, αφού οι ίδιοι είχαν μεγεθύνει τη δύναμή του. Η αντίληψη ότι ένας λαός μπορεί να απεργαστεί την καταστροφή της ελευθερίας του με τα ίδια του τα χέρια, όχι υπό το κράτος μιάς εξωτερικής επιβουλής, αλλά διά των δικών του αποφάσεων, διατρέχει ολόκληρο το λυσιακό απόσπασμα. "Με την ίδια σας την ψήφο θα υποδουλώσετε τους εαυτούς σας", προειδοποιεί ο ρήτορας.
Η ελευθερία, σε αυτή τη σύλληψη, δεν απόλλυται μόνο στα πεδία των μαχών· απόλλυται και στις συνελεύσεις. Και το δίλημμα "ελευθερία ή θάνατος" είναι ακριβώς το αντίδοτο σε αυτόν τον κίνδυνο: μιά ρητορική μηχανή επινοημένη να αποτρέψει μιά συνέλευση από το να ψηφίσει τη δουλεία της, φρονώντας ότι ψηφίζει τη διάσωσή της.
ΙV.
Ας μεταφερθούμε τώρα στο Ρίτσμοντ. Το εντυπωσιακό στον λόγο του Patrick Henry δεν είναι μόνο η καταληκτική του ρήση· έγκειται στην παράδοξη δομική συγγένειά του με το λυσιακό απόσπασμα· μιά συγγένεια που ουδόλως απαιτείται να προϋποθέτει άμεση επιρροή· και που ακριβώς γι' αυτό αποβαίνει τόσο αποκαλυπτική.
Όπως ο ανώνυμος Αθηναίος, έτσι και ο Henry αρχίζει με μιά χειρονομία σεβασμού πρός τους μετριοπαθείς αντιπάλους του, για να διεκδικήσει πάραυτα το δικαίωμα της παρρησίας. Όπως εκείνος, έτσι και αυτός ανάγει το ζήτημα σε αδυσώπητο δίλημμα· δεν πρόκειται, λέει, για τίποτε λιγότερο από ένα ερώτημα ελευθερίας ή δουλείας. Και όπως εκείνος, έτσι και ο Henry εξαπολύει τα βέλη του κατά της ψευδαίσθησης της ασφαλούς μέσης οδού: η προσδοκία ειρήνης διά της υποταγής στο βρετανικό στέμμα δεν είναι, αποφαίνεται, παρά φρούδα αυταπάτη. Το επιχείρημα της αναπόδραστης σύγκρουσης, η απόρριψη του τρίτου δρόμου, όλα τα εξαρτήματα της λυσιακής μηχανής βρίσκονται εδώ, ανασυναρμολογημένα για μιά νέα επανάσταση.
Ο λόγος του Patrick Henry δεν καταγράφηκε κατά τη στιγμή της εκφώνησής του. Ο Henry μίλησε χωρίς σημειώσεις και δεν σώζονται πρακτικά από τη φημισμένη αγόρευσή του· η μόνη γνωστή εκδοχή της ανασυντέθηκε σε μιά βιογραφία του 1817 από τον William Wirt, ο οποίος, ας το προσέξουμε, ήταν μόλις τριών ετών όταν τα λόγια που μας παραδίδει υποτίθεται ότι ειπώθηκαν. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει ορισμένους ιστορικούς να υποψιαστούν ότι η περίφημη φράση ενδέχεται να αποτελεί μεταγενέστερη κατασκευή. Διαθέτουμε εδώ, λοιπόν, μιά συγκλονιστική αναλογία με την αβεβαιότητα που περιβάλλει και τον λυσιακό λόγο: σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ένα κείμενο που ενσαρκώνει την ἐπαναστατικὴ αποφασιστικότητα, μάς παραδίδεται διαμεσολαβημένο· το ένα μέσω ενός επικριτή της αυγούστειας Ρώμης που αμφέβαλλε άν ποτέ εκφωνήθηκε, το άλλο μέσω ενός βιογράφου που ήταν νήπιο όταν υποτίθεται ότι ακούστηκε. Η ρητορική του διλήμματος, ως φαίνεται, έχει τη ροπή να διασώζεται ως θρύλος. Ένα δίλημμα ζωής και θανάτου είναι, εξ ορισμού, ένα κείμενο που λαχταρά να καταστεί μνημείο· και τα μνημεία ουδεμία ανάγκη έχουν από στενογράφους.
Η παρατήρηση αυτή δεν είναι ήσσονος σημασίας. Το ότι οι δύο διασημότερες, η αρχαία και η νεότερη, διατυπώσεις του διλήμματος φθάνουν σε εμάς μέσω τρίτων μάς διδάσκει κάτι ουσιώδες για τη φύση αυτής της ρητορικής. Το δίλημμα "ελευθερία ή θάνατος" δεν είναι λόγος που απευθύνεται πρωτίστως στη λογική και ζητά να υποβληθεί σε έλεγχο· είναι λόγος που απευθύνεται στο θυμικό και ζητά να απομνημονευθεί. Η ακρίβεια των λέξεων υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της εικόνας· γι' αυτό ακριβώς οι μεταγενέστερες γενεές αισθάνονται ελεύθερες να το αναδιατυπώσουν, να το συμπυκνώσουν, να το εξωραΐσουν και να το καταστήσουν αποφθεγματικό.
Ένα επιχείρημα ξεψυχά με τις ακριβείς του λέξεις· ένα σύνθημα επιβιώνει ακριβώς επειδή επιδέχεται ατελείωτες επαναλήψεις. Η διαφορά ανάμεσα στο λυσιακό "ενδοξότερον θνήσκειν μαχόμενον" και στο απλούστερο, ευμνημόνευτο "ελευθερία ή θάνατος είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στο επιχείρημα ενός ρήτορα και στο σύνθημα ενός λαού· και η ιστορία του διλήμματος είναι, εν πολλοίς, η ιστορία αυτής της συμπύκνωσης.
V.
Από τη Βιρτζίνια μεταφερόμαστε στη Γαλλία, όπου το δίλημμα αποκτά την πληρέστερη θεσμική του έκφραση. Η φράση Vivre libre ou mourir, να ζεί κανείς ελεύθερος ή να πεθάνει, αναδεικνύεται σε ένα από τα κεντρικά συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης. Υπήρξε, χαρακτηριστικά, σύνθημα της Εταιρείας των Φίλων του Συντάγματος, γνωστότερης ως λέσχης των Ιακωβίνων, καθώς και του τάγματος των Filles - Saint - Thomas της Εθνοφρουράς ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1789. Η διάδοσή του υπήρξε ραγδαία και σχεδόν πανταχού παρούσα: σε σημαίες, σε μετάλλια, σε χαρακτικά, ακόμη και στις προτομές των βουλευτών της Εθνοσυνέλευσης.
Εκείνο ωστόσο που προσδίδει στη γαλλική περίπτωση ιδιάζουσα εμβέλεια είναι η συνάρτηση του διλήμματος με τον όρκο. Όπως έχει καταδείξει η νεότερη γαλλική ιστοριογραφία, ιδίως στις μελέτες περί της ρητορικής των επαναστατικών εορτών, η επαναστατική Γαλλία ήταν μιά κοινωνία που ορκιζόταν αδιάκοπα.
Το σύνθημα ακούστηκε δημοσίως ήδη από τον Ιανουάριο του 1790, στην Pontivy της Βρετάνης, όπου νεαροί συγκεντρωμένοι για μιά πανήγυρη ορκίστηκαν ομοθυμαδόν "να ζήσουν ελεύθεροι ή να πεθάνουν". Η Εθνοφρουρά, πιστή στην αρχική μορφή του συνθήματος, το υιοθέτησε συνοδευόμενο από όρκο στον βωμό της πατρίδας. Το δίλημμα δεν αποτελεί πλέον μιά αόριστη διαπίστωση σχετικά με το τί είναι ενδοξότερο, αλλά μιά υπόσχεση σχετικά για το τί δεσμεύεται να πράξει εκείνος που ορκίζεται. Το "ελευθερία ή θάνατος" μεταποιείται σε όρκο.
Αυτή η μετάβαση τελεί σε συγγένεια με τον κόσμο του Λυσία, μολονότι μέσω μιάς οδού που εύκολα διαφεύγει. Διότι και η Αθήνα του 403 π.Χ. ήταν μιά πόλη περιζωσμένη από όρκους: τους όρκους της διαλλαγής που σφράγισαν την αμνηστία, τον όρκο του Δημοφάντου που καθιστούσε όσιο τον τυραννοκτόνο, τους όρκους των βουλευτών και των δικαστών. Όταν ο ρήτορας καλεί τους Αθηναίους να αποδειχθούν "άνδρες αγαθοί", επικαλείται ακριβώς τη συλλογική δέσμευση ενώπιον της πόλης.
Και στις δύο περιπτώσεις, λοιπόν, το δίλημμα ελευθερίας ή θανάτου συνιστά τον τρόπο με τον οποίο μιά κοινότητα δεσμεύει τον μελλοντικό της εαυτό. Υπόσχεται, μπροστά στους θεούς ή μπροστά στον βωμό της πατρίδας, ότι δεν θα επιλέξει τη δουλεία ακόμη και όταν αυτή της προσφερθεί με το προσωπείο της λύτρωσης. Η κοινότητα απορρίπτει τη δυνατότητα της μελλοντικής λιποψυχίας· κλείνει από πρίν τη δίοδο της υποχώρησης, ώστε, όταν έρθει η κρίσιμη ώρα, να αναγνωρίσει τον όρκο της ως πεπρωμένο.
VI.
Φτάνουμε τώρα στο σημείο που μας αφορά εγγύτερα: στην ελληνική μετάπλαση του διλήμματος και στον ρόλο του στη διάπλαση της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης. Εδώ το σύνθημα "Ελευθερία ή θάνατος" είναι, εν τέλει, η εθνική ρήση που θα εγχαραχθεί στη σημαία της χώρας.
Η οδός από τη Γαλλία πρός την ελληνική επανάσταση είναι, εν προκειμένω, ιστορικά τεκμηριωμένη. Όπως καταγράφει η γαλλική έρευνα για τη διάχυση του επαναστατικού συνθήματος, μιά μυστική εταιρεία, η Φιλική Εταιρεία, διέσπειρε επαναστατικές ιδέες και το σύνθημα "Η ελευθερία ή ο θάνατος" στα Βαλκάνια· κατά την ελληνική επανάσταση του 1821 εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι επαναστάτες υιοθέτησαν το έμβλημα "Ελευθερία ή θάνατος". Το σύνθημα οδοιπορεί από τις λέσχες των Ιακωβίνων στα συνωμοτικά δίκτυα των Ελλήνων εμπόρων της διασποράς και από εκεί στα πεδία των μαχών της Πελοποννήσου και της Ρούμελης.
Αλλά η ελληνική εκδοχή διέθετε και τη δική της, αυτόχθονη πηγή, στο έργο του Ρήγα Βελεστινλή. Στον Θούριο, το επαναστατικό του εμβατήριο, ο Ρήγας είχε αποκρυσταλλώσει τον πυρήνα του διλήμματος με μιά φράση που θα αποστηθίσουν γενεές Ελλήνων: καλύτερα μιάς ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή. Παρατηρήστε ότι η διατύπωση είναι, στη λογική της δομή, ταυτόσημη με τη λυσιακή.
Όπως ο αθηναίος ρήτωρ, έτσι και ο Ρήγας αντιπαραθέτει τον ελεύθερο βίο στον βίο της δουλείας και καταδεικνύει ότι ο δεύτερος δεν άξιζε να φέρει το όνομα της ζωής. Αλλά ο Ρήγας προσεπιφέρει τη διάσταση του χρόνου: μία ώρα έναντι σαράντα ετών. Η ποσοτική ασυμμετρία, που φαινομενικά ευνοεί τη δουλεία, αφού σαράντα χρόνια ζωής είναι, επιφανειακά, πλείονα μιάς ώρας, αναστρέφεται μέσω της ποιοτικής κρίσεως: η μία ώρα ελευθερίας υπερτερεί των σαράντα ετών δουλείας, διότι η ποιότητα του ελεύθερου βίου είναι ασύγκριτη πρός οποιαδήποτε ποσότητα υποτεταγμένης επιβιώσεως. Τούτο είναι ακριβώς το επιχείρημα που προβάλλει ο Λυσίας όταν εξισώνει την υποδούλωση με την αυτοκαταδίκη σε θάνατο: αμφοτέρωθεν, ο βίος της δουλείας περιγράφεται ως μορφή θανάτου.
Η σημασία του Ρήγα στη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης είναι, εν προκειμένω, καθοριστική και αξίζει να θεωρηθεί σε συνάρτηση με το ευρύτερο πρόγραμμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ο Ρήγας Φεραίος, θύμα της βαλκανικής εξέγερσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πρόδρομος της ελληνικής επανάστασης, λογίζεται σήμερα εθνικός ήρωας στην Ελλάδα· υπήρξε συγγραφέας, πολιτικός στοχαστής και επαναστάτης, ενεργός στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με κύρια ενδιαφέροντα τη λαϊκή κυριαρχία, τις ατομικές ελευθερίες και το συνταγματικό κράτος. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, όπως τον έχει αναλύσει διεξοδικά η διεθνής έρευνα, ήταν ακριβώς μία απόπειρα να ανακτήσει ο υπόδουλος ελληνισμός μιά προγονική ελευθερία που είχε χαθεί.
Το βαθύτερο νήμα που συνυφαίνει τον λυσιακό λόγο με τον Ρήγα και τον Κοραή δεν είναι μόνο το δίλημμα ελευθερίας ή θανάτου, αλλά η ιδέα ότι η ελευθερία δεν είναι κάτι που επινοείται εκ του μηδενός, αλλά κάτι που ανακτάται· ένα προγονικό κεκτημένο που αφαιρέθηκε δολίως και οφείλει να αποκατασταθεί. Ο ίδιος ο τίτλος του λυσιακού λόγου ομιλεί για την πάτριον πολιτεία· την πατροπαράδοτη, την προγονική. Ο ρήτωρ δεν αξιώνει από τους Αθηναίους να επινοήσουν ένα νέο πολίτευμα· τους προτρέπει να μην καταλύσουν εκείνο που έχουν ήδη κληρονομήσει.
Η παρουσίαση της επανάστασης ως αποκαταστάσεως, του νέου ως ανακτήσεως του παλαιού, είναι ακριβώς το διακύβευμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ο Αδαμάντιος Κοραής θα αφιερώσει τον βίο του στην έκδοση των αρχαίων κλασσικών ακριβώς με τούτο το σκεπτικό: η αναγέννηση του έθνους διέρχεται μέσα από την επανασύνδεση με τους προγόνους και η θεωρία του για τη "μετακένωση" της ευρωπαϊκής σοφίας στο ελληνικό έδαφος ήταν, κατ' ουσίαν, η θεωρία της επιστροφής ενός δανείου που η Ευρώπη όφειλε στην αρχαία Ελλάδα. Η διεθνής έρευνα για τον φιλελληνικό κλασσικισμό έχει καταδείξει πόσο βαθεία υπήρξε αυτή η ταύτιση της νεότερης Ελλάδας με την αρχαία· μιά ταύτιση που καθιστούσε την επανάσταση πράξη αποκατάστασης της διακεκομμένης συνέχειας.
Το δίλημμα "ελευθερία ή θάνατος" ήταν η εκλογή ανάμεσα στην ανάκτηση της προγονικής ελευθερίας και την οριστική απώλεια του έθνους. Ο θάνατος που επικρέμαται είναι η ανεπίστροφη ρήξη με την προγονική κληρονομιά. Και η ελευθερία που εξαγγέλλεται είναι η ένδοξη συνέχεια. Τούτη είναι η ίδια λογική που διέπει τον λυσιακό λόγο: όταν ο ρήτωρ υπενθυμίζει στους Αθηναίους ότι οι πρόγονοί τους διακινδύνευαν ακόμη και για την ελευθερία των άλλων και τους ερωτά άν θα τολμήσουν να πολεμήσουν για τη δική τους.
VIII.
Ας επιμείνουμε τώρα σε ένα ερώτημα που μέχρι τούδε το παρακάμψαμε: γιατί τελεσφορεί το δίλημμα; Γιατί μιά ολόκληρη συνέλευση, ένα έθνος, μιά φάλαγγα, διεγείρεται από τη βεβαίωση ότι ο θάνατος είναι προτιμότερος της υποταγής; Το δίλημμα τελεσφορεί μόνο σε κοινωνίες όπου η αιδώς υπερισχύει του θανάτου. Η ανθρωπολογική διάκριση μεταξύ "πολιτισμών της ντροπής" και "πολιτισμών της ενοχής", μιά διάκριση που η νεότερη έρευνα μετήγαγε γόνιμα στον αρχαϊκό ελληνικό κόσμο, διαφωτίζει ακριβώς τούτο το σημείο. Σε πολιτισμούς της ντροπής, η έσχατη κύρωση δεν ήταν η ενδόμυχη ενοχή αλλά το δημόσιο στίγμα· το να εκτεθεί κανείς ως άνανδρος ενώπιον των συνανθρώπων του. Όπου το αισχρόν υπερτερεί σε δεινότητα του θανείν, η διάζευξη "ελευθερία ή θάνατος" αποβαίνει αυταπόδεικτη: ο θάνατος συνιστά το έλασσον δεινόν, αφού το μείζον είναι η ατιμωμένη επιβίωση.
Τούτο διασαφεί γιατί το δίλημμα ενείχε τόσο σθένος στην αρχαιότητα και στις μεσογειακές κοινωνίες της τιμής· από τη σπαρτιάτισσα μητέρα έως τους αγωνιστές του Εικοσιένα και γιατί ο ρήτωρ του λυσιακού λόγου ηδύνατο να προσφύγει στη ρητορική της δειλίας με τόσο θάρρος. Όταν αναμιμνήσκει στους Αθηναίους ότι οι πρόγονοί τους διεκινδύνευαν για την ελευθερία των ξένων, καταισχύνει. Και η ντροπή υπήρξε, σε εκείνον τον κόσμο, το σφοδρότερο ελατήριο.
ΙΧ
Άν η ντροπή εξηγεί την ψυχολογική αποτελεσματικότητα του διλήμματος, παραμένει ωστόσο ανοιχτό το φιλοσοφικό ερώτημα: είναι το δίλημμα αληθές; Υπάρχει πράγματι μιά ζωή που δεν αξίζει πλέον να ονομάζεται ζωή; Εδώ το τελειότερο ερμηνευτικό εργαλείο μάς το προσφέρει η Hannah Arendt, ερειδόμενη ακριβώς στην αρχαία διάκριση ανάμεσα στο ζήν, τη βιολογική επιβίωση και το ευ ζήν, τον αξιοβίωτο βίο του πολίτη. Όταν ο ρήτωρ εξισώνει την υποταγή με τον θάνατο, αποφαίνεται ακριβώς ότι η ζωή δίχως την πολιτική ελευθερία είναι σκέτο ζήν· μιά βιολογική παράταση της ζωής αποψιλωμένη από κάθε ανθρώπινη αξία. Άν ο ελεύθερος βίος και η υποτεταγμένη επιβίωση δεν είναι δύο βαθμίδες του αυτού πράγματος αλλά δύο ποιοτικά διαφορετικά πράγματα, τότε η διάζευξη αναδεικνύεται σε οντολογική διαπίστωση. Το "ελευθερία ή θάνατος: δεν εναποθέτει τότε δύο ποσότητες στην ίδια πλάστιγγα, ολίγη ζωή έναντι πολλής, αλλά δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως.
Υφίσταται και μιά άλλη παράδοση που νοηματοδοτεί το δίλημμα ατομικά: η στωική ιδέα ότι η ανοικτή θύρα, η αδιάλειπτη δυνατότητα του θανάτου, αποτελεί την έσχατη εγγύηση της ελευθερίας. Για τον Σενέκα και τον Επίκτητο, όποιος δεν τρέμει τον θάνατο δεν δύναται να υποδουλωθεί· ο τύραννος ασκεί εξουσία μόνο επί εκείνου που επιθυμεί να ζήσει πάση θυσία. Εδώ το "ελευθερία ή θάνατος" δεν είναι το επαναστατικό σύνθημα που συνεγείρει τα πλήθη αλλά η ενδόμυχη στάση που θωρακίζει το άτομο. Ο Κάτων ο Νεότερος, που αυτοχειριάστηκε στην Ιτύκη για να μη ζήσει υπό τον Καίσαρα, ίσταται ως η γέφυρα ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις: η ατομική του πράξη έγινε συλλογικό σύμβολο· και η εσωτερική ελευθερία του φιλοσόφου πολιτικό μήνυμα. Και αμφότερες οι παραδόσεις, η αρεντική του αξιοβίωτου βίου και η στωική της ανοικτής θύρας, συγκλίνουν στο αυτό σημείο: ότι υπάρχει κάτι τιμαλφέστερο από τη σκέτη επιβίωση και ότι η επίγνωση τούτου του "κάτι" είναι η ίδια η ελευθερία.
Χ.
Η εικαστική ζωή του "ελευθερία ή θάνατος" συνιστά κεφάλαιο αφ' εαυτού και ίσως το πλέον διδακτικό για τον τρόπο με τον οποίο μιά αφηρημένη διάζευξη αποκτά ύλη και χρώμα. Στην Αψίδα του Θριάμβου, το περιώνυμο ανάγλυφο του François Rude που επονομάζεται "Η Μασσαλιώτιδα" απεικονίζει τους εθελοντές του 1792 να εκκινούν για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και το σύνθημα "vivre libre ou mourir" εντάσσεται σε τούτο το επαναστατικό συνεχές, ως κάλεσμα σε εθνική εξέγερση.
Ο Delacroix, στην "Ελευθερία που οδηγεί τον λαό", θα προσδώσει στη διάζευξη πρόσωπο γυναικείο και αλληγορικό· την Ελευθερία που προελαύνει υπεράνω των πτωμάτων, κρατώντας τη σημαία και καλώντας τους ζώντες να την ακολουθήσουν ή να πέσουν. Και οι αμερικανικές λιθογραφίες του Patrick Henry, με την παλάμη επί της καρδίας τη στιγμή της περιώνυμης ρήσεως, έγιναν εικονογραφικό αρχέτυπο. Σε όλες αυτές τις αναπαραστάσεις, το δίλημμα που εκκίνησε ως επιχείρημα μεθίσταται σε εικόνα· και η εικόνα, όπως και το σύνθημα, οδοιπορεί ευχερέστερα από κάθε ανάλυση.
Στη νεοελληνική γραμματεία, η υψηλότερη ποιητική επεξεργασία του διλήμματος ανήκει στον Διονύσιο Σολωμό. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, επιλέγοντας την έξοδο και τον θάνατο αντί της παράδοσης, ενσαρκώνουν το δίλημμα στην καθαρότερη και τραγικότερη μορφή του. Αλλά ο τίτλος υπαινίσσεται κάτι ακόμη: "ελεύθεροι" και "πολιορκημένοι" ομού, μιά αντίφαση που δεν επιλύεται αλλά διατηρείται σε ένταση. Οι άνθρωποι αυτοί είναι σωματικά αιχμάλωτοι και ψυχικά ελεύθεροι· η ελευθερία τους είναι η ενδόμυχη στάση τους απέναντι στον περιορισμό. Ο Σολωμός αποκρυσταλλώνει έτσι, σε δύο λέξεις, ακριβώς εκείνο που ο λυσιακός ρήτωρ διατύπωνε με το "ενδοξότερον θνήσκειν": ότι η ελευθερία δεν είναι κατάσταση του σώματος αλλά του νού· και ότι δύναται κανείς να είναι ελεύθερος ακόμη και, ή ιδίως, πολιορκημένος.
ΧΙ
Ως εδώ ακούσαμε μόνο τη μία φωνή· τη φωνή που καταφάσκει στο δίλημμα. Αλλά κάθε "ελευθερία ή θάνατος" έχει, εξ ορισμού, έναν αντίπαλο: εκείνον που εισηγείται τον τρίτο δρόμο και τον οποίο η ρητορική του διλήμματος καταδικάζει ως δειλό ή προδότη. Στην Αθήνα του 403, αυτός ο αντίπαλος είναι ο Φορμίσιος. Και άν επιθυμούμε να είμαστε δίκαιοι, δίκαιοι με έναν τρόπο που ο ίδιος ο λυσιακός λόγος αρνείται να είναι, οφείλουμε να ανασυνθέσουμε τη θέση του.
Ο Φορμίσιος δεν συγκαταλεγόταν στους Τριάκοντα. Δεν ήταν προδότης που επέστρεφε με τα σπαρτιατικά άρματα. Είχε ο ίδιος κατέλθει με τους δημοκρατικούς από τον Πειραιά· ανήκε στη μετριοπαθή μερίδα που αναζητούσε μιά "πάτριον πολιτείαν"· τη θηραμένεια μέση οδό ανάμεσα στην ακραία δημοκρατία και τη γυμνή ολιγαρχία. Η εισήγησή του δεν απέβλεπε στην κατάλυση της δημοκρατίας αλλά στον περιορισμό της σε όσους κατείχαν γή· ένας συμβιβασμός που στόχευε, ίσως ειλικρινώς, στη σταθερότητα μιάς πόλεως που μόλις είχε σπαραχθεί από τον εμφύλιο και που είχε δεί τη ριζοσπαστική δημοκρατία να την οδηγεί στην καταστροφή της Σικελίας και στη δίκη των Αργινουσών. Από τη σκοπιά του Φορμισίου, η συμμόρφωση πρός τις σπαρτιατικές επιταγές συνιστούσε ρεαλισμό· η επιβίωση μιάς μετριοπαθούς πολιτείας ήταν προκριτέα της ηρωικής αυτοχειρίας μιάς αδιάλλακτης δημοκρατίας.
Μήπως τελικά κάθε διάζευξη χρειάζεται, για να τελεσφορήσει, να διασύρει πρώτα τον αντίπαλό της ως προδότη; Η ρητορική μηχανή του διλήμματος δεν ανέχεται τον μετριοπαθή, διότι η ίδια η ύπαρξη του τρίτου δρόμου αναιρεί τη διάζευξη. Γι' αυτό ο ρήτωρ δεν αρκείται να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Φορμισίου· τον μετατρέπει σε φερέφωνο, σε άνθρωπο που "με τα λόγια πολεμά τον δήμο, στην πράξη όμως ποθεί τα αγαθά του". Η σύνεση περιγράφεται ως δόλος, ο συμβιβασμός ως προδοσία, η μετριοπάθεια ως συγκεκαλυμμένη εχθρότητα. Αυτή είναι η σκοτεινή όψη κάθε διλήμματος: για να υπάρξει ως δίλημμα, οφείλει να εξοντώσει ρητορικά κάθε μέση λύση και μαζί της, κάθε άνθρωπο που την εισηγείται.
ΧΙΙ
Η αναγνώριση αυτή μάς οδηγεί σε μιά ολόκληρη αντι-παράδοση· σ' εκείνους που, ανά τους αιώνες, απαρνήθηκαν το δίλημμα και υπερασπίστηκαν ακριβώς τον τρίτο δρόμο. Διότι άν η διάζευξη είναι η μηχανή που εξοβελίζει τον συμβιβασμό, υφίσταται μιά εξίσου αρχαία και εξίσου ευγενής παράδοση που εκλαμβάνει τον συμβιβασμό όχι ως προδοσία αλλά ως τον ίδιο τον χώρο του πολιτισμού. Ο Έρασμος, που αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Λούθηρο στη ρήξη και που προέκρινε τον διάλογο από την αδιαλλαξία της ομολογίας, κατέβαλε γι' αυτό το τίμημα που καταβάλλει πάντοτε ο μετριοπαθής: την περιφρόνηση αμφοτέρων των στρατοπέδων. Ο Ταλλεϋράνδος, που επιβίωσε όλων των καθεστώτων της ταραγμένης γαλλικής ιστορίας μέσω της τέχνης του συμβιβασμού, αναδείχθηκε σε σύμβολο μιάς ευελιξίας που οι αδιάλλακτοι αποκαλούν ανηθικότητα, ενώ ίσως είναι η λανθάνουσα συνθήκη που επιτρέπει στην πολιτική να επιβιώνει μέσα στις θύελλες της ιστορίας. Και στον εικοστό αιώνα, ο Isaiah Berlin θα αναγάγει τούτη την ιδέα σε φιλοσοφική αρχή: η καχυποψία του πρός κάθε "τελική λύση", πρός κάθε όραμα που αξιώνει να θυσιαστούν τα πάντα για έναν απόλυτο σκοπό, συνιστά τη θεωρητική υπεράσπιση του τρίτου δρόμου. Για τον Berlin, η παραδοχή ότι οι αξίες είναι πολλαπλές και συχνά ασυμβίβαστες δεν εκβάλλει στο ηρωικό απόλυτο αλλά στον συμβιβασμό, στη διαπραγμάτευση, στην ατελή ισορροπία.
Διότι υφίστανται αναρίθμητες περιστάσεις όπου ο τρίτος δρόμος δεν είναι προδοσία· όπου ο συμβιβασμός δεν είναι δειλία αλλά σοφία· όπου η άρνηση της ηρωικής διάζευξης διασώζει ζωές που η διάζευξη θα καθιστούσε έρμαια. Ο μετριοπαθής, ο διαπραγματευτής, ο άνθρωπος του συμβιβασμού, ο Φορμίσιος, θα μπορούσαμε να πούμε, δεν είναι πάντοτε ο προδότης που η ρητορική του διλήμματος τον παρασταίνει. Συχνά είναι ο μόνος που ατενίζει με διαύγεια. Και η αξία ενός πολιτισμού καταμετράται, ίσως, ακριβώς από την ικανότητά του να διακρίνει τις στιγμές που χρειάζονται ήρωες από τις στιγμές που χρειάζονται διπλωμάτες.
ΧΙΙΙ
Ανακύπτει όμως και μιά αμφισβήτηση άλλης τάξεως: η αντιστροφή της ίδιας της ιεραρχίας πάνω στην οποία το δίλημμα θεμελιώνεται. Το "ελευθερία ή θάνατος" προϋποθέτει ότι η ελευθερία είναι το ύψιστο αγαθό, τιμαλφέστερο και αυτής της ζωής. Αλλά τί νόημα έχει η ελευθερία για τον πεινασμένο; Η σπουδαιότερη λογοτεχνική επεξεργασίας τούτης της αντιρρήσεως ανήκει στον Ντοστογιέφσκι, στο εμβληματικό κεφάλαιο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στους Αδελφούς Καραμαζόφ. Ο γηραιός Ιεροεξεταστής εγκαλεί τον Χριστό ακριβώς για τον λόγο ότι προέκρινε την ελευθερία από τον άρτο· για τον λόγο ότι επιφόρτισε τον άνθρωπο με το αβάστακτο βάρος της ελεύθερης επιλογής, ενώ οι άνθρωποι, στη συντριπτική του πλειονότητα, θα προέκριναν την ασφάλεια του άρτου από το μαρτύριο της ελευθερίας. Εδώ βρίσκεται η ανατροπή του διλήμματος: όχι "ελευθερία ή θάνατος" αλλά "ελευθερία ή άρτος"· και η καταγγελία ότι εκείνοι που εξυψώνουν την ελευθερία υπεράνω όλων των άλλων είναι, στην πραγματικότητα, αδιάφοροι για τον πόνο των πολλών.
Ο εικοστός αιώνας θα αναλάβει να μεταγλωττίσει τούτη τη λογοτεχνική σύλληψη σε πολιτικό πρόγραμμα. Ολόκληρες ιδεολογίες θα αναστρέψουν την ιεράρχηση του διλήμματος, εναποθέτοντας την κοινωνική δικαιοσύνη, τον άρτο, την ισότητα, την ασφάλεια, πρό της πολιτικής ελευθερίας. Δεν είναι όμως το θέμα της παρούσας ανάλυσης να αξιολογηθεί η έκβαση τούτης της αντιπαραθέσεως· μιάς αντιπαραθέσεως που στιγμάτισε ολόκληρο τον αιώνα με αίμα.
ΧΙV
Ας επιστρέψουμε τώρα στο κεντρικό θεωρητικό ερώτημα, εφοδιασμένοι πλέον με όλες τις αντιρρήσεις, τις επιφυλάξεις και τις αντιπαραδόσεις που το περιβάλλουν: πότε το δίλημμα φωτίζει μιά κατάσταση και πότε τη συσκοτίζει; Η κλασσική λογική ονομάζει το ελαττωματικό δίλημμα "ψευδή διχοτομία": το σφάλμα κατά το οποίο δύο επιλογές παρουσιάζονται ως μοναδικές, ενώ στην πραγματικότητα το πεδίο των δυνατοτήτων είναι ευρύτερο. Όταν ο ρήτωρ προκρίνει τη διάζευξη, διατείνεται ότι δεν υπάρχει τρίτη δυνατότητα· ούτε συμβιβασμός, ούτε διαπραγμάτευση. Συχνά ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής: Αρκετά συχνά υφίσταται κάποια μέση οδός, κάποιος συμβιβασμός που θα ηδύνατο να αποτρέψει την αιματοχυσία. Η μετατροπή ενός συνεχούς φάσματος επιλογών σε μιά διάζευξη είναι, υπό τούτη την οπτική, μιά πράξη ρητορικής βίας· ένας εξαναγκασμός που αποστερεί από το ακροατήριο τη δυνατότητα της νηφάλιας σταθμίσεως. Ο Φορμίσιος και ολόκληρη η αντι-παράδοση του συμβιβασμού, ίστανται ως υπόμνηση τούτου του κινδύνου.
Και όμως. Υφίστανται στιγμές όπου η φαινομενική μέση οδός είναι η ίδια μιά αυταπάτη· όπου ο συμβιβασμός δεν είναι παρά η βραδεία οδός πρός την ίδια καταστροφή που ο ρήτωρ προαναγγέλλει. Σε αυτές τις στιγμές, το δίλημμα αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Ο Patrick Henry, όταν διετείνετο ότι η ελπίδα για ειρήνη μέσω της υποταγής ήταν αυταπάτη, είχε δίκιο· η ιστορία των επόμενων μηνών, με τις πρώτες μάχες του αμερικανικού πολέμου, φαίνεται να τον δικαίωσε. Ο λυσιακός ρήτωρ, όταν υποστήριζε ότι η υποταγή στους Λακεδαιμονίους θα ήταν απλώς μιά ηπιότερη μορφή υποδουλώσεως, είχε ερείσμα τη νωπή εμπειρία των Τριάκοντα· την απόδειξη ότι η ολιγαρχία που επέβαλλε η Σπάρτη δεν προστάτευε ουδένα, ούτε κάν τους γαιοκτήμονες που υποτίθεται ότι ευνοούσε.
Το κριτήριο, λοιπόν, που διακρίνει το αληθές από το ψευδές δίλημμα είναι εμπειρικό: αφορά το άν ο τρίτος δρόμος υφίσταται πραγματικά ή είναι πλάνη. Και εδώ αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ένα από τα πλέον εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του λυσιακού λόγου είναι η επιστημολογία του. "Μην εκλάβετε τα λόγια ως αξιοπιστότερα των έργων", αποφαίνεται ο ρήτωρ, "ούτε τα μελλοντικά ενδεχόμενα ως βεβαιότερα όσων ήδη συνέβησαν". Το επιχείρημά του δεν ερείδεται σε υποσχέσεις για το μέλλον αλλά στη μνήμη του παρελθόντος· στη διπλή εμπειρία της ολιγαρχίας που οι Αθηναίοι είχαν ήδη γευθεί.
Εδώ όμως ελλοχεύει ένα παράδοξο, στο οποίο πρέπει να σταθούμε: ένας ρήτωρ επιστρατεύει τη ρητορική για να καταγγείλει τη ρητορική. Ο άνθρωπος που μας παραγγέλλει να μην εμπιστευόμαστε τα λόγια είναι ο ίδιος ένας τεχνίτης των λόγων· η προτροπή του να προκρίνουμε τα έργα από τα λόγια είναι η ίδια ρητορική και μάλιστα εξαιρετικά έντεχνη. Το ίδιο τέχνασμα μετέρχεται και ο Patrick Henry, όταν διακηρύσσει ότι δεν θα επιτρέψει στην ευγένεια να τον αποτρέψει από το να μιλήσει "ελεύθερα και ανεπιφύλακτα"· μιά δήλωση παρρησίας που είναι η ίδια κορυφαία ρητορική τέχνη.
Πρόκειται για μιά μορφή της αντι - ρητορικής ρητορείας: τον λόγο που ενδύεται την απλότητα για να φανεί αξιόπιστος. Και δεν είναι διόλου τυχαίο ότι η στρατηγική αυτή εναρμονίζεται τόσο τέλεια με το δίλημμα. Διότι ένας λόγος που διδάσκει δυσπιστία πρός τους λόγους οφείλει, για να είναι συνεπής, να εμφανίζεται ο ίδιος ακαλλώπιστος, απέριττος, σχεδόν ωμός· να καταδεικνύει με την ίδια του την ισχνότητα ότι δεν επιχειρεί να εξαπατήσει. Η λυσιακή λιτότητα, που ο Διονύσιος εθαύμαζε ως υφολογική αρετή, είναι εδώ και επιχείρημα: η αφέλεια του ύφους καθίσταται εγγύηση της ειλικρίνειας του περιεχομένου. Έτσι, ο ρήτωρ που καταγγέλλει τη ρητορική αποδεικνύεται ο δεινότερος ρήτωρ απ' όλους.
ΧV
Η πανταχού παρουσία του διλήμματος στην ιστορία των επαναστάσεων μάς υποχρεώνει σε μια τελευταία παρατήρηση για τη φύση του. Διότι το "ελευθερία ή θάνατος" δεν παρέμεινε στην Αθήνα, τη Βιρτζίνια, τη Γαλλία και την Ελλάδα· οδοιπόρησε σε ολόκληρο τον ατλαντικό και μεσογειακό κόσμο και η χαρτογράφηση αυτής της διασποράς επιβεβαιώνει εμπειρικά τη θέση περί αρχετύπου. Ο άγγλος ρομαντικός ποιητής Wordsworth, οικείος πρός τους γάλλους δημοκρατικούς, έγραψε ότι "οφείλουμε να είμαστε ελεύθεροι ή να πεθάνουμε", χαρίζοντας στο δίλημμα τη λυρική του εκδοχή.
Εδώ η ιστορία μας ολοκληρώνει μιά κυκλική διαδρομή που αγγίζει βαθιά τη νεοελληνική ψυχή: Ο Βύρων, ο μέγιστος λυρικός του φιλελληνισμού, θα πεθάνει στο Μεσολόγγι για την ελληνική ελευθερία· και στους στίχους του για τα νησιά της Ελλάδας θα διακηρύξει ότι μιά γή σκλάβων δεν θα γίνει ποτέ δική του. Η ποίηση του διλήμματος και ο ίδιος συναντώνται στον ίδιο τόπο: στο υγρό, πένθιμο, μυθικό Μεσολόγγι, στον πρόωρο θάνατο ενός Άγγλου που επέλεξε να συνδέσει το όνομά του με την ελευθερία ενός ξένου λαού.
Το σύνθημα έγινε εθνικό έμβλημα σε μιά εντυπωσιακή ποικιλία χωρών. Η Ουρουγουάη υιοθέτησε το "Libertad o Muerte", το οποίο αναφώνησαν οι Τριάντα Τρείς επαναστάτες της. Η Βραζιλία διακήρυξε την ανεξαρτησία της με το "Independência ou Morte". Η Βουλγαρία διέδωσε ευρύτατα το "Svoboda ili smart" από τη δεκαετία του 1850. Η Ρουμανία ενσωμάτωσε το "ελευθερία ή θάνατος" στον εθνικό της ύμνο, που παραμένει εθνικός ύμνος έως σήμερα. Και σε μιά τελευταία ειρωνεία, που επικυρώνει την πλήρη ανιθαγένεια του συνθήματος, ακόμη και η κεμαλική Τουρκία, ο ιστορικός αντίπαλος του ελληνικού Εικοσιένα, μετήλθε το δικό της "ανεξαρτησία ή θάνατος" στην επανάστασή της. Το ίδιο σύνθημα, στα χείλη εθνών που πολεμούσαν το ένα το άλλο: τίποτε δεν αποδεικνύει διαυγέστερα ότι η μηχανή του διλήμματος είναι ηθικά ουδέτερη, διαθέσιμη σε κάθε αγωνιστή ανεξαρτήτως σκοπού.
ΧVΙ
Και ακριβώς επειδή είναι ηθικά ουδέτερη, η μηχανή αυτή μπόρεσε να υπηρετήσει και τους δημίους της ελευθερίας. Η εντιμότητα επιτάσσει να παραδεχθούμε ότι το "ελευθερία ή θάνατος" δεν ανήκε ποτέ αποκλειστικά στους ελευθερωτές. Το σύνθημα του Γαριβάλδη "o Roma o morte" ή η Ρώμη ή ο θάνατος, εκβλάστησε στο πλαίσιο ενός απελευθερωτικού αγώνα· η ίδια όμως η δομή θα μεταλλαχθεί αργότερα σε ολοκληρωτικά συνθήματα που δεν θα υμνούν πιά την ελευθερία, αλλά την πειθαρχία και την υποταγή. Και στην πλέον ζοφερή της αντιστροφή, η διάζευξη θα καταλήξει στο φρικώδες "Viva la muerte!", "ζήτω ο θάνατος!", των φρανκικών λεγεωναρίων στον ισπανικό εμφύλιο, όπου ο θάνατος παύει πλέον να συνιστά το αντίτιμο της ελευθερίας και αναδεικνύεται σε αυτοσκοπό, σε αντικείμενο λατρείας καθ' εαυτό. Εδώ η μηχανή του διλήμματος έχει αποσχισθεί ολοσχερώς από την ελευθερία· απομένει μόνο η αποθέωση του θανάτου, απαλλαγμένη ακόμη και από το πρόσχημα της ελευθερίας.
Αυτή η σκοτεινή διαπίστωση είναι απαραίτητη για να αποτρέψουμε κάθε εξιδανίκευση. Η ίδια ρητορική μηχανή που υπηρέτησε τη Φιλική Εταιρεία και τους αγωνιστές του Εικοσιένα υπηρέτησε και τον φασισμό· η ίδια διάζευξη που ενέπνευσε τον Ρήγα και τον Σολωμό ενέπνευσε και εκείνους που έκαναν τον θάνατο σημαία τους. Δεν υφίσταται τίποτε στη μορφή του διλήμματος που να το θωρακίζει από την κατάχρηση· η ίδια λογική δομή που απελευθερώνει δύναται να υποδουλώνει, η ίδια φράση που καλεί στην ελευθερία δύναται να καλεί στο μαζικό σφαγείο. Και τούτο επιβεβαιώνει τη θέση από την οποία εκκινήσαμε: ότι η ρητορική μηχανή δεν διακρίνει· διακρίνει μόνο η κρίση εκείνου που την ακροάται.
ΧVΙΙ
Απομένει μιά τελευταία προέκταση, που φέρνει το δίλημμα από την Πνύκα του 403 στο ισχύον ελληνικό δίκαιο του σήμερα. Διότι το ρήμα που δεσπόζει στον τίτλο του λόγου του Λυσία, το "καταλύσαι την πολιτείαν", επιβιώνει, σχεδόν αυτούσιο, στο τελευταίο άρθρο του ελληνικού Συντάγματος. Το άρθρο 120, στην τέταρτη παράγραφό του, αναθέτει στους Έλληνες πολίτες το δικαίωμα και συνάμα την υποχρέωση να αντιστέκονται εναντίον οποιουδήποτε αποπειράται να καταλύσει το Σύνταγμα διά της βίας. Το ίδιο ρήμα, η ίδια πολιτική λογική: η αντίσταση στην κατάλυση της πολιτείας ως ύψιστο καθήκον του πολίτη.
Το δίλημμα που στην Αθήνα του 403 π.Χ. ήταν η έκκληση ενός ομιλητή πρός μία ταραγμένη και φοβισμένη συνέλευση, έγινε, είκοσι τέσσερις αιώνες αργότερα, θετικό δίκαιο, συνταγματική επιταγή και έσχατη θεσμική άμυνα της δημοκρατικής τάξης.
Και εδώ αναφύεται η νομικο - φιλοσοφική απορία που συμπυκνώνει ολόκληρο το διακύβευμα. Το δικαίωμα στην αντίσταση είναι ένα δικαίωμα παράδοξο: ενεργοποιείται μόνο τη στιγμή που η ίδια η έννομη τάξη, από την οποία αντλεί την ισχύ του, έχει ήδη καταλυθεί. Είναι ένα δικαίωμα που ενεργοποιείται ακριβώς εκεί όπου το δίκαιο έχει παύσει να ισχύει· όπως ακριβώς το δίλημμα "ελευθερία ή θάνατος" φθέγγεται εκεί όπου ο συμβιβασμός έχει παύσει να είναι εφικτός.
Η συνταγματική αυτή διάταξη είναι, με άλλα λόγια, η θεσμική κωδικοποίηση του διλήμματος: η παραδοχή από το ίδιο το κράτος ότι υφίστανται στιγμές όπου η διαβούλευση τερματίζεται και απομένει μόνο η εκλογή ανάμεσα στην ελεύθερη πολιτεία και την υποδούλωσή της. Ο ανώνυμος ρήτωρ του 403 και ο σύγχρονος συντακτικός νομοθέτης διατυπώνουν, κατά βάθος, το αυτό πράγμα· με τη διαφορά ότι ο δεύτερος το έχει αναγάγει σε νόμο.
ΧVΙΙΙ
Ας επιστρέψουμε, κλείνοντας, στον ανώνυμο ρήτορα της Αθήνας του 403 π.Χ. Ομολογώ ότι, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτό το μικρό απόσπασμα, δεν μπόρεσα να απαλλαγώ από μιά εικόνα. Αναλογιστείτε ποιός ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ο συντάκτης αυτού του λόγου: ο Λυσίας, ένας μέτοικος. Ένας άνθρωπος που ενοικούσε στην Αθήνα, που χρηματοδότησε με την περιουσία του τη δημοκρατική αντίσταση, που είδε τον αδελφό του να εκτελείται από τους Τριάκοντα και που όμως, καθ' όλον του τον βίο, η ίδια η πολιτεία την οποία τώρα υπερασπιζόταν του αρνιόταν την ιθαγένεια. Ο ξένος που έγραψε το "ελευθερία ή θάνατος" για μιά ελευθερία την οποία ο ίδιος δεν θα μοιραζόταν ποτέ πλήρως· ο αποκλεισμένος που συνέθεσε τον ύμνο μιάς πολιτείας πιό πλατιάς, πιό ανοιχτής και πιό γενναιόδωρης. Και το επιχείρημα που ενέθεσε στο στόμα του ανώνυμου ομιλητή του, ότι η μόνη λύτρωση είναι "να μετέχουν όλοι οι Αθηναίοι στο πολίτευμα" ήταν, άν το συλλογιστεί κανείς και μιά κρυφή έκκληση για τον ίδιο: ένα αίτημα για μιά πόλη αρκετά μεγαλόθυμη ώστε να χωρέσει και εκείνον.
Το όνομά του εχάθη. Δεν γνωρίζουμε άν τα λόγια του ακούστηκαν ποτέ στην Πνύκα, ούτε άν η πρόταση του Φορμισίου έφθασε ποτέ σε ψηφοφορία. Το κείμενο είναι αποσπασματικό· κόβεται στο μέσον, ακριβώς εκεί όπου ο ομιλητής επιχειρηματολογούσε γιατί ο κίνδυνος θα ήταν κοινός για όλους· μιά φράση μετέωρη, που ο χρόνος και η τύχη των χειρογράφων δεν μας επέτρεψαν να την ολοκληρώσουμε. Και όμως αυτά τα λόγια κομμένα στο μέσον, οδοιπόρησαν, δίχως να το γνωρίζουν, δίχως να το επιδιώξουν, μέσα από αιώνες και ηπείρους: αναδείχθηκαν σε ιαχή μιάς αμερικανικής επανάστασης, σε σύνθημα μιάς γαλλικής, σε εθνική ρήση μιάς ελληνικής, σε σημαία αναρίθμητων λαών που δεν άκουσαν ποτέ το όνομα του Λυσία. Ένας μέτοικος, ομιλώντας για μιά πόλη που δεν τον εδέχθη ποτέ ολόκληρο, εδώρισε στην ανθρωπότητα μία από τις πλέον επαναστατικές φράσεις της. Και μας κατέλιπε, μαζί της, το ερώτημα που κάθε ελεύθερη κοινωνία είναι καταδικασμένη να επανασυναντά: πότε είναι η διάζευξη ψευδής και πότε είναι η μόνη αλήθεια που απομένει. Το να μάθουμε να διακρίνουμε τη μία περίπτωση από την άλλη δεν μας το προσφέρει κανένα σύνθημα έτοιμο. Οφείλουμε να το κατακτούμε μόνοι μας, κάθε φορά, ενώπιον της δικής μας Πνύκας...

