Εκεί όπου Αναπαύεται η Πόλη, Τα Μυστικά των Παριζιάνικων Νεκροταφείων
Αναλογιστείτε έναν περιπατητή του 1817 να διασχίζει τα δενδροσκέπαστα μονοπάτια ενός ακόμη σχεδόν ακατοίκητου νεκροταφείου, στα ανατολικά περίχωρα του Παρισιού. Αίφνης, το βλέμμα του πέφτει σε μιά στιλπνή επιγραφή: "Εδώ αναπαύονται οι μεγάλοι ποιητές Molière και La Fontaine". Μήπως, όμως, αυτό που αντικρίζει δεν είναι η αλήθεια αλλά η εκλεπτυσμένη παραχάραξή της; Τα οστά που μεταφέρθηκαν με τόση επισημότητα από τα παλαίφατα νεκροταφεία πιθανολογείται ότι δεν ανήκουν στους επιφανείς κεκοιμημένους· αλλά η ιστορία που αφηγούνται είναι πιό ισχυρή από την πιστότητά τους.
Το Παρίσι, η πρωτεύουσα που διαπλάθει επί αιώνες τη δυτική ευαισθησία περί του ωραίου και του τραγικού, φιλοξενεί νεκροταφεία που υπερβαίνουν κατά πολύ τη λειτουργική αναγκαιότητα της ταφής. Σ' αυτούς τους χώρους η ιστορία, η τέχνη και η συλλογική μνήμη συναρθρώνονται σε μιά πολυσύνθετη χορογραφία. Και ωστόσο: τί άραγε σημαίνει η μνήμη σε έναν τόπο όπου ακόμη και τα ίδια τα λείψανα ενδέχεται να είναι νόθα; Τα παριζιάνικα νεκροταφεία αποτελούν μουσεία και πανθέα μιάς κοσμικής θρησκείας που λατρεύει τη μνήμη.
Η μετακίνηση των νεκροταφείων από τον πυρήνα της πόλης όπου, έως τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, βρίσκονταν συνήθως πλησίον της εκκλησίας, πρός τα περίχωρα κατά τον δέκατο ένατο αιώνα υπαγορεύθηκε, μεταξύ άλλων, από υγειονομικές ανησυχίες που αντιμετώπιζαν τους νεκρούς ως εν δυνάμει εστία μόλυνσης.
Αλλά πώς δημιουργήθηκε αυτό το περίτεχνο σύστημα; Ο νόμος του 1804, τον οποίο επέβαλε ο Ναπολέων, αντιμετώπισε το ζήτημα της οργάνωσης των νεκροταφείων αναλόγως θρησκευτικού δόγματος με τρόπο που αποκαλύπτει τις εσώτατες αντινομίες της επαναστατικής Γαλλίας. Ενώ η Επανάσταση είχε ανακηρύξει την ισοπολιτεία όλων των πολιτών, ο Ναπολέων νομοθέτησε την τυπική κατάτμηση των νεκροταφείων κατά δόγμα· καθολικοί, προτεστάντες, ισραηλίτες και αργότερα μουσουλμάνοι. Το εβραϊκό τμήμα του Père Lachaise εγκαινιάστηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1810, ενώ το μουσουλμανικό την 1η Ιανουαρίου 1857, καθιστώντας το πρώτο ισλαμικό νεκροταφείο της Γαλλίας.
Η δημοκρατική ισότητα των νεκρών εξακολουθεί να οριοθετείται από θρησκευτικούς φραγμούς, ακόμη και στον θάνατο. Ο νόμος του 1881 θα καταργήσει επισήμως τον διαχωρισμό, αλλά τα ορατά διαχωριστικά εξακολούθησαν να ίστανται ως μνημεία μιάς ισότητας διαιρεμένης εξ ορισμού.
Το Παρίσι, η πόλη που δικαίως αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα του δέκατου ένατου αιώνα, ανέπτυξε μιά ιδιόρρυθμη και οσμωτική σχέση με τη μνήμη και τον θάνατο. Η γαλλική επαναστατική παράδοση, η ρομαντική αισθητική και η αστική ανασύνταξη της πόλης κατά την εποχή του Haussmann συνέτειναν στη διαμόρφωση νεκροταφείων που λειτουργούν ως νεκρικές μητροπόλεις· χώροι όπου η ατομική και η συλλογική ταυτότητα διαπλέκονται με τρόπο ανεπανάληπτο.
Το Père Lachaise, που άνοιξε τις πύλες του το 1804, και το νεκροταφείο της Μοντμάρτρης, που εγκαινιάστηκε το 1825, συνιστούν δύο διαφορετικές εκδοχές αυτής της τοπογραφίας: το πρώτο ως κοσμικό πανθέο της γαλλικής αριστοκρατίας, το δεύτερο ως καταφύγιο της μποέμ και ανάκλιντρο της καλλιτεχνικής παρακμής.
II. Παράδοξες Ταφές
Η ιστορία των παριζιάνικων νεκροταφείων αποκαλύπτει παράδοξα που φωτίζουν με ανηλεή διαύγεια τις κοινωνικές ιεραρχίες, τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς και τις σιωπηρές εξαιρέσεις που διέπουν τη σχέση μιάς κοινωνίας με τη μνήμη της.
Ένα από τα συγκινητικότερα παραδείγματα είναι ο Frédéric Chopin, ο μεγάλος Πολωνός συνθέτης και πιανίστας, ο οποίος πέθανε στο Παρίσι το 1849, σε ηλικία μόλις τριάντα εννέα ετών. Ο Chopin, τον οποίο ο Claude Debussy χαρακτήρισε "τον μεγαλύτερο όλων μας, διότι με το πιάνο και μόνο ανακάλυψε τα πάντα", αναπαύεται στο Père Lachaise.
Η καρδιά του, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, αφαιρέθηκε και μεταφέρθηκε στη Βαρσοβία, όπου φυλάσσεται εντός κίονα στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού. Το σκήνωμά του, ωστόσο, παραμένει στο Παρίσι, στον τάφο που κοσμεί η κατανυκτική μορφή της Ευτέρπης, μούσας της μουσικής, δημιούργημα του γλύπτη Jean-Baptiste Clésinger. Η ανάγνωση αυτής της διαίρεσης αποκαλύπτει ότι ο χωρισμός σώματος και καρδιάς συνιστά όχι μόνο μιά χειρονομία ταφικού ρομαντισμού, αλλά τη συμβολική μεταγραφή του διχασμού του Chopin ανάμεσα στην πολωνική του καταγωγή και τη Γαλλία, ανάμεσα στον νοσταλγικό πατριωτισμό και τον πολιτιστικό εκπατρισμό, ανάμεσα στην πατρίδα και στον τόπο της καλλιτεχνικής του αναγνώρισης.
Η μορφή της μούσας είναι το αλληγορικό συμπλήρωμα της βιογραφίας του νεκρού. Η Ευτέρπη του Clésinger δεν ατενίζει· δεν οιμώζει· δεν αλαλάζει. Είναι το υπόλειμμα μιάς θλίψης εσωστρεφούς, ελεγειακής, σιωπηρά εγκιβωτισμένης στη μορφή της. Το γλυπτό είναι η μεταφορά της μελαγχολικής ερμηνείας του θανάτου, η οποία, σύμφωνα με την εικονογραφική παράδοση του δέκατου ένατου αιώνα, αντιπαρατίθεται τόσο στον μνημειακό θρίαμβο όσο και στη χριστιανική εσχατολογική υπόσχεση.
Η σχέση του Chopin με τη συγγραφέα George Sand, ψευδώνυμο της Aurore Dudevant, αποτελεί ένα από τα πλέον σαγηνευτικά κεφάλαια της ρομαντικής βιογραφίας. Η Sand, ανυπότακτη και σκανδαλωδώς ελεύθερη για τα ήθη της εποχής της, φορούσε ανδρικά ρούχα, κάπνιζε πούρα δημοσίως και είχε εγκαταλείψει τον σύζυγό της, για μιά διαδοχή ερωτικών δεσμών, έγινε σύντροφος και νοσηλεύτρια του εύθραυστου συνθέτη επί επτά ολόκληρα έτη. Όπως καταμαρτυρούν οι ιστορικές πηγές, η σχέση τους μεταλλάχθηκε από ερωτική σε μητρική, με τη Sand να αποστρέφεται βαθμιαίως τον εξαντλητικό ρόλο της θεραπαινίδος.
Η ρήξη τους το 1847 "έσπασε τη ζωή του" Chopin, κατά τη δική του ομολογία. Η Sand δεν αξιώθηκε να παρευρεθεί στην κηδεία του και δεν αναπαύεται πλησίον του· βρίσκεται θαμμένη στο οικογενειακό της κτήμα, στο Nohant. Η απουσία της από τον τάφο του Chopin έγινε έτσι ένα αφήγημα εγκατάλειψης, κόπωσης και ενοχής, υπενθυμίζοντας ότι πίσω από κάθε ρομαντικό μύθο ελλοχεύει η σκληρή πεζότητα της πραγματικότητας.
Η ιστορία της Marie Duplessis, γνωστής και ως Alphonsine Plessis, προσφέρει ένα διαφορετικό παράδειγμα. Η Duplessis, γεννηθείσα το 1824 σε μιά φτωχή οικογένεια στη Νορμανδία και μεταναστεύσασα στο Παρίσι σε ηλικία δεκαπέντε ετών, αναδείχθηκε σε μία από τις περιφημότερες εταίρες της εποχής. Εξέπνευσε από φθίση σε ηλικία μόλις είκοσι τριών ετών, το 1847 και εντός ολίγων εβδομάδων από τον θάνατό της τα κειμήλιά της εκπλειστηριάστηκαν για να εξοφληθούν τα άπειρα χρέη της.
Η κηδεία της στο νεκροταφείο της Μοντμάρτρης προσείλκυσε εκατοντάδες θαυμαστές, οι οποίοι συνόδευσαν στο ύστατο ταξίδι μιά γυναίκα που εν ζωή κατείχε κοσμήματα και τρυφή και στον θάνατο κληροδότησε μόνον οφειλές. Ο τάφος της, με την λιτή επιγραφή "Ici repose Alphonsine Plessis" εξακολουθεί να ευωδιάζει από ανθοδέσμες εκατόν εξήντα επτά χρόνια μετά την εκδημία της· μιά παράδοξη επανόρθωση εκ μέρους της μνήμης, αυτής που η ζωή αδυσώπητα αρνήθηκε να της χαρίσει.
Η ζωή της ενέπνευσε τον Alexandre Dumas fils στη συγγραφή του μυθιστορήματος La Dame aux Camélias το 1848, έργου που, με τη σειρά του, αποτέλεσε το δραματουργικό υπόστρωμα της όπερας La Traviata του Giuseppe Verdi. Διά της λογοτεχνικής αυτής μεταπλάσεως, η Duplessis αναγεννήθηκε ως Marguerite Gautier, ενώ ο Dumas έγινε ο Armand Duval. Ο Franz Liszt, στη
συγκινητική του νεκρολογία, έγραψε για την Duplessis: "Όταν σκέφτομαι την καημένη τη Mariette, ηχεί στην καρδιά μου μιά μυστηριώδης χορδή από μιά αρχαία ελεγεία". Μιά γυναίκα που εν ζωή κοινωνικώς εξοστρακίστηκε ως femme entretenue, εν θανάτω αποκαταστάθηκε μέσω της λογοτεχνίας και της λυρικής σκηνής σε σύμβολο τραγικής αγάπης και εκούσιας θυσίας· μιά ηθική παλινόρθωση διά της αισθητικής, κατά την οποία το κάλλος υπερίσχυσε του κοινωνικού στιγματισμού.
Αλλά πόσες άλλες γυναίκες παρέμειναν εντελώς καταχωνιασμένες, διαγραμμένες από τη μνήμη της Ιστορίας; Η Harriet Smithson, η Αγγλοϊρλανδή ηθοποιός που υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Hector Berlioz και η ζώσα έμπνευση της Symphonie fantastique, αναπαύεται στη Μοντμάρτρη, πλήν ελαχίστων γνωρίζουν την ιστορία της· παραμένει αιχμάλωτη στον ίσκιο του συζύγου της. Η Juliette Récamier - 1777 - 1849, η περιβόητη οικοδέσποινα του δεκάτου ενάτου αιώνα, της οποίας το σαλόνι φιλοξένησε τους κορυφαίους λογοτέχνες της εποχής, κατοικεί κι αυτή στη Μοντμάρτρη, αλλά η συμβολή της στην πνευματική ζωή μιάς ολόκληρης γενιάς παραμένει αδικαίωτη.
Η περίπτωση του Oscar Wilde συνιστά ίσως το πλέον εμβληματικό παράδοξο στα παριζιάνικα νεκροταφεία. Ο Ιρλανδός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και ποιητής, καταδικασθείς από βρετανικό δικαστήριο για "χυδαία ασέλγεια μετ' ανδρών" και εκτίσας διετή καταναγκαστικά έργα, πέθανε στο Παρίσι το 1900, σε ηλικία σαράντα έξι ετών, από μηνιγγίτιδα. Αρχικά ενταφιάστηκε σε έναν πενιχρό τάφο στο Bagneux· το 1909, όμως, ο λογοτεχνικός του εκτελεστής Robert Ross μετέφερε τα οστά του στο Père Lachaise. Το μνημείο του, έργο του Jacob Epstein, αποκαλύφθηκε το 1914 και απεικονίζει έναν φτερωτό άγγελο, εμπνευσμένο από το ποίημα του Wilde Η Σφίγγα και από τους ασσυριακούς φτερωτούς ταύρους του Βρετανικού Μουσείου.
Από εικαστική άποψη, το ταφικό μνημείο του Wilde είναι ένα γλυπτικό αφήγημα διαφορετικό από εκείνο του Chopin. Η ταφική γλυπτική δεν υπηρετεί τη μελαγχολία αλλά την υπέρβαση· το σώμα δεν βυθίζεται βαρύθυμα, αλλά εκτινάσσεται πρός τα έξω. Ο άγγελος του Epstein διαπερνά τον χώρο με τα φτερά τεταμένα, ωσάν να αψηφά την ίδια τη στατικότητα του τάφου. Πρόκειται για ένα μνημείο όπου η μελαγχολική εικονογραφία γίνεται αισθητική πρόκληση και πρόσκληση: ο θάνατος αναπαριστάται ως αέναη μετατόπιση, ως ορμή πρός το απαγορευμένο, πρός το ανοίκειο, πρός το αλλότριο.
Κι όμως, κατέστη στόχος μιάς διπλής επίθεσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, άγνωστος βεβήλωσε το άγαλμα αφαιρώντας τα γεννητικά του όργανα· μιά χειρονομία που αντηχεί συμβολικώς, καθώς επαναλάμβανε, πάνω στο ίδιο το μάρμαρο, την επίθεση εναντίον της σεξουαλικότητας που είχε στοιχίσει στον Wilde την ελευθερία, την κοινωνική του υπόσταση και την αξιοπρέπειά του. Αυτό που τον κατεδίωξε ζωντανό τον κατεδίωξε και νεκρό. Η δεύτερη επίθεση, όμως, υπήρξε πολύ πιό ύπουλη.
Από τη δεκαετία του 1990, επισκέπτες, κατά πλειοψηφίαν γυναίκες, άρχισαν να εναποθέτουν φιλιά από κραγιόν στον τάφο του Wilde. Μέχρι το 2011 ο τάφος ήταν τόσο κατάστικτος από χρωστικές και γκράφιτι ώστε κατέστη αναγκαίος εκτεταμένος καθαρισμός. Το λιπαρό υπόστρωμα του κραγιόν εισχωρεί στην πέτρα, προξενώντας ανεπανόρθωτες βλάβες· κάθε απόπειρα απομάκρυνσής του καθιστά το υλικό ακόμη πιό πορώδες, επιβάλλοντας ολοένα και επιθετικότερες επεμβάσεις.
Ο εγγονός του Wilde, Merlin Holland, χαρακτήρισε το κραγιόν "σοβαρό πρόβλημα", επισημαίνοντας ότι, από τεχνική άποψη, ο τάφος βρισκόταν πλέον κοντά σε ανεπανόρθωτη καταστροφή. Το 2011 τοποθετήθηκε γυάλινο προστατευτικό φράγμα γύρω από το μνημείο, μολονότι ορισμένοι ιστορικοί τέχνης θεώρησαν τα φιλιά πράξη αφοσίωσης και φόρο τιμής σε έναν μεγάλο décadent.
Ένας άνδρας που εδιώχθη για την ομοφυλοφιλία του και εξέπνευσε πεπεισμένος ότι "το όνομά του θα ήταν δηλητηριώδες για γενιές", έγινε εκ των υστέρων αντικείμενο λατρείας και αποδέκτης μιάς χειρονομίας που δηλώνει έρωτα, αποδοχή και αναγνώριση, ενώ συγχρόνως απειλεί αθέλητα να αφανίσει το ίδιο το μνημείο που επιθυμεί να τιμήσει· μιά αμφιταλάντευση μεταξύ ευλάβειας και βεβηλώσεως που ορίζει ολόκληρη τη μεταθανάτια ιστορία του.
Κι όμως, εάν το μάρκετινγκ της μνήμης λειτουργεί τόσο καλά για τον Wilde, τί θα ελέγαμε για την παλαιότερη και ενδεχομένως πλέον άρτια διαφημιστική εκστρατεία στο Père Lachaise; Η μεταφορά των υποτιθέμενων λειψάνων του Pierre Abélard και της Héloïse d'Argenteuil το 1817 αποτελεί ένα από τα πρωιμότερα παραδείγματα τεχνουργίας της ρομαντικής μνήμης στη νεωτερική Ευρώπη. Ο φιλόσοφος και η μαθήτριά του, των οποίων ο έρωτας κατέληξε σε τραγωδία, ανυψώθηκαν σε σύμβολα αιώνιας ερωτικής αφοσίωσης, ανεξαρτήτως της ιστορικής ακρίβειας των λειψάνων που τους αποδόθηκαν.
Το ταφικό τους μνημείο, με την εικονογραφία της μεταθανάτιας συμφιλίωσης, είναι η υλική επικύρωση ενός μύθου που δεν έχει ανάγκη την αλήθεια για να επιζήσει· του αρκεί η πίστη, η συγκίνηση και η διαρκής ανάγκη των ζώντων να επινοούν στους νεκρούς μιά ευτυχία που η ζωή τούς αρνήθηκε.
Σε αντιδιαστολή, η παρισινή θεατρικότητα της μνήμης αποκτά καθαρότερα περιγράμματα όταν τεθεί απέναντι σε άλλα ευρωπαϊκά ταφικά πρότυπα. Το Highgate Cemetery του Λονδίνου, όπου αναπαύεται ο Karl Marx, στερείται του αισθητικού ρομαντισμού που χαρακτηρίζει το Père Lachaise· εκεί η μνήμη αποκτά ιδεολογική βαρύτητα και ιστορική πυκνότητα. Αντίστοιχα, το Cimitero degli Inglesi στη Φλωρεντία, όπου βρίσκεται θαμμένη η Elizabeth Barrett Browning, είναι περισσότερο ένας τόπος εξορίας· ένας νεκροταφειακός χώρος όπου η μνήμη είναι χαμηλόφωνη, ιδιωτική και εσωτερική.
III. Père Lachaise, Μιά Περιπατητική Εγκυκλοπαίδεια
Το Père Lachaise, εκτεινόμενο σε σαράντα τέσσερα εκτάρια και φιλοξενώντας πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρών, συνιστά όχι μόνον το μεγαλύτερο κοιμητήριο του Παρισιού, αλλά και το πλέον πολυσύχναστο νεκροταφείο του κόσμου, προσελκύοντας κατ' έτος περισσότερους από τρία εκατομμύρια επισκέπτες. Σχεδιασμένο από τον νεοκλασσικιστή αρχιτέκτονα Alexandre-Théodore Brongniart με αναφορά στην αγγλική κηποτεχνική, δημιουργήθηκε ένας χώρος με ανώμαλα μονοπάτια, ποικιλία δέντρων και φυτών και σκαλιστούς τάφους που αρμονικά εντάσσονται στο φυσικό περιβάλλον. Η αρχιτεκτονική μελαγχολία αυτού του κοιμητηριακού τοπίου, το ανάγλυφο έδαφος, οι φυλλωσιές που σκεπάζουν τις επιτύμβιες πλάκες, η σκόπιμα άτακτη διάταξη των μονοπατιών, δεν υπακούει στη λογική της ευθύγραμμης ιστορικής αφήγησης, αλλά υποβάλλει μιά περιπλάνηση, όπου η μνήμη αναδύεται αποσπασματικά και θραυσματικά.
Κατά την ίδρυσή του, το 1804, το κοιμητήριο θεωρήθηκε υπέρμετρα απομακρυσμένο από τον αστικό ιστό και ως εκ τούτου, προσείλκυε ελάχιστες ταφές. Την πρώτη εκείνη χρονιά αριθμούσε μόλις δεκατρείς τάφους· το 1805 οι ταφές ανήλθαν σε τετρακόσιες σαράντα τέσσερις, ενώ το 1812 είχαν ήδη φθάσει τις οκτακόσιες τριάντα τρείς. Προκειμένου να καταστήσουν τον χώρο ελκυστικό, οι διαχειριστές επενόησαν στρατηγικές προσέλκυσης: το 1817 οργάνωσαν με μεγαλοπρέπεια τη μεταφορά των λειψάνων του Jean de La Fontaine και του Molière. Έπειτα, μεταφέρθηκαν τα υποτιθέμενα οστά του Pierre Abélard και της Héloïse d'Argenteuil, συνοδευόμενα από το κιβώριο του μνημείου τους, εκ του αβαείου του Nogent-sur-Seine. Κατά την παράδοση, εραστές και μοναχικές υπάρξεις που αναζητούν τον αυθεντικό έρωτα αφήνουν επιστολές στον τάφο του θρυλικού ζεύγους.
Η στρατηγική αυτή απέδωσε καρπούς. Οι αναφορές του Honoré de Balzac στο νεκροταφείο εντός των μυθιστορημάτων του συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξοικείωση του αναγνωστικού κοινού με τη νέα νεκρόπολη. Ο Balzac, ο οποίος αναπαύεται σήμερα εκεί, απεικόνισε το Père Lachaise στην Comédie Humaine ως μικρογραφία της κοινωνικής αρχιτεκτονικής της Γαλλίας: οι εύποροι κατέχουν τις επίζηλες θέσεις με θέα, ενώ οι πένητες συνωθούνται στα σκοτεινά περιθώρια.
Η περιδιάβαση στο Père Lachaise μοιάζει πράγματι με βιογραφική βιβλιοθήκη, όπου κάθε τάφος είναι ένα λήμμα της μεγάλης νεκρικής εγκυκλοπαίδειας. Ο επισκέπτης συναντά τον τάφο του Molière, μιάς από τις κορυφαίες μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας, συχνά συγκρινόμενης, ως πρός το εύρος και τη διαχρονικότητα της ιδιοφυΐας της, με τον Shakespeare. Ο Molière πέθανε το 1673, λίγο μετά την παράσταση του έργου του Ο Ασθενής κατά Φαντασίαν και αρχικώς ενταφιάστηκε σε κοινό τάφο, καθώς οι ηθοποιοί εθεωρούντο από την Εκκλησία αμαρτωλοί. Τα οστά που μεταφέρθηκαν στο Père Lachaise το 1817 πιθανότατα δεν του ανήκαν· η συμβολική τους όμως αξία υπερέβη πρό πολλού την αβεβαιότητα της αυθεντικότητάς τους. Κοντά του βρίσκεται ο τάφος του Jean de La Fontaine, του αριστοτέχνη των μύθων, του συγγραφέα εκείνων των αλληγορικών αφηγήσεων που εξακολούθησαν να τυπώνονται και να διαβάζονται επί αιώνες μετά τον θάνατό του.
Η Sidonie-Gabrielle Colette, αποθανούσα το 1954, ενταφιάστηκε στο Τμήμα 4 με μιά λιτή επιγραφή που αρμόζει απολύτως στο πνεύμα της· εκείνης που ανέδειξε με αδέκαστη τόλμη τον έρωτα, την αυτονομία και τη νεωτερικότητα του Παρισιού. Ο τάφος της δέχεται σχεδόν καθημερινώς ανθοδέσμες και χειρόγραφα σημειώματα από πιστούς αναγνώστες. Ο Honoré de Balzac, ο αδάμαστος χρονικογράφος της ανθρώπινης περιπέτειας, κοιτάζει τον κόσμο από ένα περίτεχνο επιτύμβιο με ανάγλυφο γλυπτό, μπροστά στο οποίο οι επισκέπτες στέκονται σαν ενώπιον του ακατάβλητου Παρισιού του δέκατου ενάτου αιώνα. Αντίθετα, ο Marcel Proust, του οποίου το επτάτομο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο αποτελεί ένα από τα μνημειώδη έργα της λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, αναπαύεται σε έναν σεμνό τάφο που προσκαλεί σε σιωπηλή κατάνυξη. Επισκέπτες αφήνουν συχνά μαντλέν, εκείνα τα μικρά βουτυρένια γλυκίσματα που ο Proust μετέτρεψε σε έμβλημα της ακούσιας μνήμης. Το γλύκισμα αυτό, γίνεται προσφορά πρός εκείνον που συνέλαβε τη μνήμη ως αιφνίδια γευστική αποκάλυψη, ως ανεξέλεγκτη ανάδυση του παρελθόντος μέσα από την πιό ταπεινή αισθητηριακή αφορμή. Πλάι στη μαντλέν ακουμπά αθόρυβα ο χρόνος.
Ο Georges Bizet, του οποίου η Carmen παραμένει μία από τις δημοφιλέστερες όπερες παγκοσμίως, πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, τη στιγμή που το έργο του άρχιζε να αναγνωρίζεται. Ο υποβλητικός τάφος του φέρει μπρούτζινη δάφνινη στεφάνη που περιβάλλει μιά λύρα, σύμβολο της μουσικής του δόξας η οποία ωρίμασε περισσότερο μετά τον θάνατο παρά κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Η περίπτωση του Jim Morrison, τραγουδιστή των Doors, ο οποίος πέθανε στο Παρίσι το 1971 σε ηλικία είκοσι επτά ετών, αποκαλύπτει με ιδιαίτερη ένταση την ανθεκτικότητα της λαϊκής λατρείας. Αρχικά ενταφιάστηκε σε ανώνυμο τάφο· όταν αργότερα το νεκροταφείο τοποθέτησε μιά απλή πλάκα, αυτή κλάπηκε. Το ίδιο συνέβη και με την προτομή του, η οποία είχε τοποθετηθεί πάνω σε λιτή ταφόπλακα. Από το 1990, ο τάφος του φέρει επίπεδη πέτρα με μπρούτζινη επιγραφή στα αρχαία ελληνικά: "ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ", δηλαδή πιστός στον ίδιο του τον δαίμονα. Οι θαυμαστές εξακολουθούν να αφήνουν εκεί μικρά αφιερώματα, ποιήματα, σημειώματα· ίχνη της διονυσιακής τους αφοσίωσης στον τραγουδιστή. Προστατευτικά κιγκλιδώματα έχουν ανεγερθεί ολόγυρα για να αποτρέψουν βανδαλισμούς.
Το Père Lachaise συνιστά ένα κοσμικό πάνθεον· έναν χώρο όπου η εθνική, λογοτεχνική και πολιτιστική μνήμη αποθησαυρίζεται έξω από τα αυστηρά συμφραζόμενα της κρατικής και της θρησκευτικής καθαγίασης. Σε αντίθεση με το Πάνθεον της Ρώμης ή το Fiumei Úti Nemzeti Sírkert της Βουδαπέστης, όπου η ταφή αποτελεί πράξη κρατικής αναγνώρισης, το Père Lachaise ενσαρκώνει τον δημοκρατικό θάνατο: έναν θάνατο ανοιχτό στη λαϊκή προσέλευση, στην ευαισθησία, στην αισθητική του πλήθους και στην οικονομία της λογοτεχνίας. Εδώ, η αιωνιότητα δεν απονέμεται άνωθεν· αναδύεται μέσα από την επιμονή της ανθρώπινης μνήμης.
Οι μετακινήσεις των οστών αποτελούν πολιτικά γεγονότα, ικανά να αναδιατάξουν τη συλλογική πρόσληψη ενός προσώπου. Η περίπτωση του Émile Zola είναι ενδεικτική: μολονότι το όνομά του παραμένει χαραγμένο στον οικογενειακό τάφο στη Μοντμάρτρη, το σώμα του μεταφέρθηκε το 1908 στο Πάνθεον, σε αναγνώριση της εθνικής του προσφοράς· μιά πράξη θεσμικής αποκατάστασης για τον συγγραφέα του J' accuse.
Το Columbarium του Père Lachaise, όπου φυλάσσονται οι τέφρες πολλών επιφανών, κρύβει τα δικά του μυστικά. Εκεί μνημονεύονται ο σκηνοθέτης Max Ophuls και ο κωμικός Pierre Dac, αλλά και ένα κενοτάφιο που φέρει το όνομα της Μαρίας Κάλλας. Η θυρίδα είναι κενή· οι τέφρες της μεγάλης σοπράνο διασκορπίστηκαν στο Αιγαίο. Το κενό μνημείο καθίσταται η πλέον οξύμωρη παραδοχή της ανθρώπινης μνήμης: ότι ο τόπος επαρκεί, ότι η ανάμνηση κατοικεί και χωρίς υλικά ερείσματα. Συγχρόνως, οι φθορές στις επιτύμβιες επιφάνειες, οι απολεσθείσες πλάκες, οι δυσανάγνωστες επιγραφές και τα μισοσβησμένα ονόματα ανασύρουν στην επιφάνεια το πλέον ανείπωτο δράμα: το μνημείο υπόκειται στη σήψη· η μνήμη δεν είναι ανεπίφθορη· και ο θάνατος δεν κατατρώγει μόνον τη σάρκα, αλλά και τον λίθο που τη θυμίζει.
Κι ενώ οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, το νεκροταφείο εξακολουθεί να ζεί με έναν τρόπο εξανθρώπινο. Οι νεότερες πρακτικές διαχείρισης, όπως η απαγόρευση των φυτοφαρμάκων και τα προγράμματα ελέγχου του πληθυσμού των αδέσποτων γατών, άνοιξαν τον δρόμο για τη διαμόρφωση ενός πλούσιου οικοσυστήματος. Ανάμεσα στους τάφους αναπτύσσονται κυκλάμινα και ορχιδέες· στο εσωτερικό του κοιμητηρίου ζούν αλεπούδες και περισσότερα από εκατό είδη πτηνών, ανάμεσά τους μυγοχάφτες και κουκουβάγιες, μεταπλάθοντάς το σε κάτι εύφορο και σχεδόν ειρωνικά ζωτικό. Ο θάνατος τροφοδοτεί τη ζωή· και το κοιμητήριο ξαναγίνεται κήπος.
Μέσα σε αυτόν τον κήπο των σκιών, ο περιπατητής, ο flâneur, όχι πιά των παρισινών βιτρινών αλλά των λίθινων επιγραφών, μεταμορφώνεται σε αναγνώστη. Καμμία περιδιάβαση στο Père Lachaise δεν είναι ουδέτερη· κάθε βήμα είναι μιά άσκηση της μνήμης, υπνωτική περιπλάνηση, αργή ανάγνωση. Κάθε τάφος είναι κι ένα κεφάλαιο· κάθε επιγραφή και μικροαφήγηση· κάθε όνομα, μιά σιωπηλή υπόσχεση ότι η Ιστορία εξακολουθεί να γράφεται και μετά τον επίλογο της ζωής. Το Père Lachaise είναι ο κήπος μιάς πόλης που εξακολουθεί να θυμάται.
IV. Μοντμάρτρη, Η Γοητεία της Παρακμής
Το νεκροταφείο της Μοντμάρτρης, επισήμως γνωστό ως Cimetière du Nord, άνοιξε την 1η Ιανουαρίου 1825, ως ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοιμητήρια που χωροθετήθηκαν στρατηγικά στα τέσσερα σημεία του Παρισιού κατά τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Αρχικώς έφερε την ονομασία Cimetière des Grandes Carrières, Νεκροταφείο των Μεγάλων Λατομείων, επειδή η τοποθεσία ήταν πρώην λατομείο γύψου· ο λόφος της Μοντμάρτρης είχε λαξευθεί επί γενεές για να τροφοδοτήσει τις οικοδομικές ανάγκες της πόλης. Τρίτο σε έκταση νεκροταφείο του Παρισιού, μετά το Père Lachaise και το Montparnasse, εκτείνεται σε περί τα έντεκα εκτάρια, φιλοξενώντας γύρω στους είκοσι χιλιάδες τάφους.
Εάν το Père Lachaise αντηχεί την επίσημη μνήμη του κράτους, η Μοντμάρτρη φαίνεται να υπονομεύει αυτή την κάθετη, ιεραρχική σχέση της μνήμης με την Ιστορία. Θα μπορούσε να ιδωθεί ως η σκιά του Père Lachaise· όχι αντίζηλος, αλλά το ανεστραμμένο είδωλό του. Δεν είναι μεγαλοπρεπές, αλλά σκοτεινά λυρικό· δεν είναι μνημειώδες, αλλά υποφωτισμένο. Η παρακμή εδώ αναδεικνύεται σε αισθητικοποίηση της ταπεινοφροσύνης, σε καλλιτεχνική εκλογή που αντιστρέφει τις αξίες της επιφάνειας και της επιδεικτικής επισημότητας.
Η ιστορία της Μοντμάρτρης είναι λιγότερο θριαμβική από εκείνη του Père Lachaise. Οι Παριζιάνοι απαγορεύθηκε να ενταφιάζονται πλέον εντός των τειχών της πόλης λόγω δημοσιοϋγειονομικών ανησυχιών και το πλήθος των νεκρών εσωρεύθη αρχικά σε έναν παλαιό ταφικό περίβολο στα βόρεια, τον επονομαζόμενο Champ du repos, Πεδίο της Ανάπαυσης. Αυτός ο περίβολος, λειτουργών ήδη από το 1798, πρό της ενσωματώσεως της Μοντμάρτρης στο Παρίσι, υπήρξε εξ αρχής ομαδικός τάφος για τα θύματα των ταραχών της Γαλλικής Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια της Τρομοκρατίας, εκείνων των αιμοσταγών μηνών του 1793 - 94, σαράντα χιλιάδες ψυχές εκτελέστηκαν στη λαιμητόμο ή θανατώθηκαν με άλλους τρόπους και η πόλη έπρεπε να επινοήσει χώρους ικανούς να υποδεχθούν αυτό το βίαιο πλεόνασμα θανάτου. Ο περίβολος άρχισε σύντομα να παρακμάζει, εξαιτίας του υπερπληθυσμού, της εγκατάλειψης αλλά και των επιδρομών τυμβωρύχων που λυμαίνονταν τα θύματα ακόμη και μετά θάνατον. Η αποσύνθεση αυτή παρετάθη έως την Παλινόρθωση, οπότε και εκτεταμένες ανακαινίσεις έστρωσαν τον δρόμο για την επίσημη έναρξη του μείζονος νεκροταφείου της Μοντμάρτρης, ενός τόπου που ανέκαθεν κουβαλούσε στα θεμέλιά του τον σπόρο της τραγωδίας.
Από το 1888, η κυανή γέφυρα Caulaincourt αψιδώνεται πάνω από ένα τμήμα του νεκροταφείου· ένα αρχιτεκτονικό παράδοξο που καταδικάζει ορισμένους τάφους στην αιώνια σκιά, όπως σημειώνουν οι μελετητές. Αυτή η υπερκείμενη δομή δημιουργεί ζώνες διαρκούς σκιάς, τόπους στους οποίους το ηλιακό φώς δεν εισδύει ποτέ. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει αυτή τη συνθήκη σχεδόν αρμόζουσα: τάφοι αποκλεισμένοι από τον ήλιο για νεκρούς τους οποίους η κοινωνία θέλησε, κατά καιρούς, να απωθήσει στη λήθη.
Η Μοντμάρτρη καθίσταται έτσι έναν χώρος αποθησαύρισης σκόρπιων, ανυπότακτων αναμνήσεων που αρνούνται πεισματικά να υπαχθούν σε οποιαδήποτε εθνική αφήγηση.
Μα ποιός ακριβώς αναπαύεται εντός αυτών των σκιών; Η απάντηση εμπεριέχει μίαν εκ των πλέον νοσηρών ειρωνιών στην ιστορία των παριζιάνικων νεκροταφείων. Ο Charles Henri Sanson, 1739–1806, ο βασιλικός δήμιος της Γαλλίας, κείται θαμμένος στη Μοντμάρτρη· εκείνος που αποκεφάλισε τον Louis XVI το 1793 και κατά τη σαρανταετή θητεία του, τουλάχιστον τρείς χιλιάδες ψυχές. Η λαιμητόμος υπήρξε γι' αυτόν οικογενειακή κληρονομιά: ήταν ο τέταρτος κρίκος μιάς δυναστείας δημίων και ο πρωτότοκός του εκπαιδεύτηκε επί είκοσι συναπτά έτη στην άσκηση του πατρικού επαγγέλματος, ορκιζόμενος το 1778· ο ίδιος που αργότερα θα εκτελούσε τη Marie Antoinette. Παρεμπιπτόντως, το ιδιαίτερο ενασχόλημα του Sanson πατρός ήταν να ανατέμνει τα σώματα εκείνων που είχε εκτελέσει. Τώρα αναπαύεται στο ίδιο νεκροταφείο με αρκετά από τα θύματα της εποχής του· μιά μακάβρια συνύπαρξη που αποκαλύπτει την έσχατη ισότητα του θανάτου.
Η Μοντμάρτρη, όπως και το Père Lachaise, εγνώρισε τους δικούς του ομολογιακούς διαχωρισμούς. Το εβραϊκό τμήμα εγκαινιάστηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1810, στο Τμήμα 7, λίγο μεταγενέστερα εκείνου του Père Lachaise. Εκεί αναπαύεται ο Camille Pissarro, ο ιμπρεσσιονιστής ζωγράφος που απέδωσε την παρισινή και αγροτική ζωή με μιά στοργή τόσο φωτεινή, ώστε συχνά λησμονούμε πως ανήκε σε έναν άνθρωπο που βίωσε, με διάφορους τρόπους, την περιθωριοποίηση και την κοινωνική καχυποψία. Η καθυστερημένη δημιουργία αυτού του τμήματος είναι ένα σιωπηλό υπόμνημα της μερικής και πάντοτε υπό όρους ενσωμάτωσης των "ετεροθρήσκων" στη δημόσια μνήμη. Οι ομολογιακοί φράχτες, επισήμως καταργηθέντες το 1881, εξακολούθησαν να επιβιώνουν ως φαντάσματα μέσα στη γεωγραφία του νεκροταφείου.
Το πνεύμα της Μοντμάρτρης αντανακλάται με ιδιαίτερη ενάργεια στις μορφές των καλλιτεχνών, των συγγραφέων και των διανοουμένων που αναπαύονται εκεί. Ο Heinrich Heine, ο Γερμανός ποιητής και στοχαστής που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Παρίσι· ο Émile Zola, πρίν από τη μετακομιδή του στο Πάνθεον· ο Edgar Degas, ο ζωγράφος των μπαλλαρινών· όλοι αναπαύονται σε αυτό το νεκροταφείο που προκρίνει την αισθητική της λιτής ταφής έναντι της επιδεικτικής μεγαλοπρέπειας του Père Lachaise.
Ο Hector Berlioz, δημιουργός της Συμφωνίας Φανταστικής, και ο Jacques Offenbach, ο μέτρ της οπερέτας του δεκάτου ενάτου αιώνος, φέρουν μαζί τους τη μουσική κληρονομιά του τόπου. Ο Stendhal, κατά κόσμον Marie-Henri Beyle, του οποίου το Κόκκινο και το Μαύρο εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει τους αναγνώστες, κείται ταπεινά ανάμεσα στα μεγαλόπρεπα παρεκκλήσια και στον περιμετρικό τοίχο του κοιμητηρίου.
Η τοπογραφία της Μοντμάρτρης, όπου συνυπάρχουν ρομαντικοί και μποέμ, μουσικοί και ποιητές, δήμιοι και θύματα, ετερόδοξοι και αναγνωρισμένοι δημιουργοί, διαπλάθει έτσι μιά χωροχρονική παραβολή . Δεν αφηγείται την Ιστορία με γραμμική τάξη· την αποσυναρμολογεί σε θραύσματα, σε σκιές, την αφήνει να αντηχεί μέσα από ανόμοιες ιστορίες. Η Μοντμάρτρη είναι το κοιμητήριο όπου οι νεκροί συνυπάρχουν σε μιά ατέρμονη συνομιλία ανάμεσα στη λήθη, την τέχνη, τις ενοχές και την υστεροφημία.
Η Dalida, γεννημένη στην Αίγυπτο ως Iolanda Cristina Gigliotti, αποτελεί ένα από τα πλέον συγκινητικά και πολυανθισμένα μνημεία λαϊκής λατρείας στο νεκροταφείο της Μοντμάρτρης. Η πορεία της από τον κόσμο του μόντελινγκ στην Αίγυπτο, πέρασε στο Παρίσι, όπου αναδείχθηκε σε διεθνές είδωλο του τραγουδιού, διανύοντας από το 1954 και εξής μιά σταδιοδρομία τριών δεκαετιών. Μιά καριέρα που απέδωσε πάνω από εκατόν εβδομήντα εκατομμύρια πωληθέντα άλμπουμ παγκοσμίως, σε δέκα γλώσσες, καθιστώντας την έμπνευση για τη θέσπιση του βραβείου Platinum album. Σήμερα θεωρείται η πλέον αξιόλογη καλλιτέχνις στην ιστορία της Γαλλίας, δευτερεύουσα μόνον έναντι του Charles de Gaulle ως πρός την απήχησή της στη γαλλική κοινωνία.
Η προσωπική της ζωή, ωστόσο, υπήρξε μιά αδιάκοπη πομπή δραμάτων και απογοητεύσεων· αρκετοί από τους συντρόφους ή στενούς της ανθρώπους αυτοκτόνησαν, αφήνοντας γύρω από το όνομά της μιά βαριά σκιά. Η ίδια έθεσε τέλος στη ζωή της στις 3 Μαΐου 1987, στο σπίτι της στον λόφο της Μοντμάρτρης.
Ο τάφος της, ευρισκόμενος στο Τμήμα 18 του νεκροταφείου, πλησίον της κυρίας εισόδου στη γωνία των οδών Caulaincourt και Joseph de Maistre, διακρίνεται για τον επιβλητικό σχεδιασμό του. Ένα γλυπτό φυσικού μεγέθους, φιλοτεχνημένο από τον Aslan, παρουσιάζει την τραγουδίστρια στην αιώνια πόζα της· το όνομά της χαράσσεται με χρυσά γράμματα, και η επιγραφή στη στήλη αναγγέλλει λιτά: "Yolande Gigliotti dite Dalida, nous a quittés le 3 mai 1987". Ο τάφος της παραμένει ο πλέον ανθοστόλιστος εντός του νεκροταφείου· ανώνυμοι προσκυνητές εξακολουθούν να προσέρχονται αδιαλείπτως για να τιμήσουν τη μνήμη της.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1996, το Δημοτικό Συμβούλιο του Παρισιού έδωσε το όνομά της σε πλατεία, την Place Dalida· αργότερα, στη δέκατη επέτειο του θανάτου της, τοποθετήθηκε εκεί μπρούτζινη προτομή της. Με τον τρόπο αυτό, η Dalida έγινε μία από τις ελάχιστες γυναίκες στη Γαλλία που τιμήθηκαν με δημόσιο άγαλμα, μετά την Ιωάννα της Λωρραίνης και τη Sarah Bernhardt.
Η μυθοποίησή της δεν απορρέει από πολιτικά ή στρατιωτικά ανδραγαθήματα, αλλά από την αισθητικοποίηση της απελπισίας και της προσωπικής οδύνης. Η Dalida έγινε μύθος όχι επειδή υπερέβη τον πόνο, αλλά επειδή τον εξέθεσε, τον τραγούδησε, τον έντυσε με φώς και τον παρέδωσε στο πλήθος ως δική της συναισθηματική αλήθεια. Ο τάφος της είναι ένα σύμβολο της μετανεωτερικής αποθέωσης, ένα μνημείο που εξακολουθεί να αιμορραγεί μέσα από τα λουλούδια.
Η σιωπηλή παραδοξότητα των αφανών τάφων μεγάλων διανοουμένων στη Μοντμάρτρη καθιστά ορατή την αντίφαση ανάμεσα στην ακτινοβολία του έργου και στην υλική, συχνά πενιχρή, αναγνώριση των δημιουργών. Ο Alfred de Vigny, μία από τις εξέχουσες μορφές του γαλλικού ρομαντισμού, αναπαύεται ταπεινά ανάμεσα σε επιβλητικά ταφικά παρεκκλήσια και στον περιμετρικό τοίχο του κοιμητηρίου, σαν η ίδια η θέση του τάφου του να αρνείται την επίσημότητα της δόξας.
Το νεκροταφείο της Μοντμάρτρης δεν ζητεί να δοξάσει τους νεκρούς του· ζητεί να διατηρήσει, μέσα στο ημίφως, την μνήμη τους.
V. Η Λογοτεχνία των Τάφων
Τα επιτύμβια συνιστούν ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος· σύντομες επιγραφές όπου μιά ολόκληρη ζωή συμπτύσσεται σε ελάχιστες λέξεις. Στα παριζιάνικα νεκροταφεία, αυτές οι χαράξεις κυμαίνονται από τον ερωτικό ρομαντισμό έως τον εκκοσμικευμένο ηρωισμό, από τη μελαγχολική ελεγεία έως την πολιτική διακήρυξη. Ο Georges Rodenbach, ο Βέλγος μυθιστοριογράφος και ποιητής που αγκάλιασε τον fin de siècle συμβολισμό, φέρει επιγραφή που αντικατοπτρίζει το λογοτεχνικό του πνεύμα: "Κύριε, δώσε μου αυτή την ελπίδα να ζήσω ξανά στη μελαγχολική αιωνιότητα του βιβλίου".
Στον τάφο του Oscar Wilde, η επιγραφή αντλείται από το ποίημά του The Ballad of Reading Gaol. Το ποίημα, γραμμένο μετά τη φυλάκισή του, αναφέρεται στην εκτέλεση ενός συγκρατουμένου του και στην ανθρώπινη συμπόνια που γεννιέται μέσα από την κοινή ταπείνωση που ενώνει τους κατεξευτελισμένους.
Ο τάφος του Fernand Arbelot, έργο του Wansart, αποτελεί μία από τις πιό συγκινητικές υλικές αλληγορίες της ερωτικής μνήμης. Το γλυπτό απεικονίζει τον Arbelot να κρατά στα χέρια του το πρόσωπο της συζύγου του. Η επιγραφή "Ils furent émerveillés du beau voyage / Qui les mena jusqu' au bout de la vie", μεταφράζει τον θάνατο ως ολοκλήρωση της κοινής πορείας: "Θαμπώθηκαν από το ωραίο ταξίδι / που τους οδήγησε ως το τέλος της ζωής".
Ο Guillaume Apollinaire αναπαύεται στο Père Lachaise υπό επιγραφή που φέρει τον αρχικό στίχο του περίφημου ποιήματός του "Le Pont Mirabeau": "Sous le pont Mirabeau coule la Seine". Το ποίημα, ελεγεία του φευγαλέου έρωτα, όπου η ροή του Σηκουάνα είναι η μεταφορά του χρόνου που παρασύρει τον έρωτα, γίνεται στοχασμός πάνω στην αδιάκοπη ροή όλων των πραγμάτων.
Ίσως, όμως, η πιό οδυνηρή ειρωνεία βρίσκεται σε μικρή απόσταση: στον τάφο της Marie Laurencin, της γυναίκας που υπήρξε ερωμένη και μούσα του Apollinaire. Σύμφωνα με την τελευταία της επιθυμία, το σώμα της τοποθετήθηκε στο φέρετρο ντυμένο με ένα λευκό φόρεμα, κρατώντας στο ένα χέρι ερωτική επιστολή του ποιητή και στο άλλο ένα τριαντάφυλλο. Η επιστολή και το άνθος κάνουν τον τάφο να μοιάζει με ένα ύστατο ερωτικό tableau.
Η υλικότητα του επιτύμβιου, η μορφή των χαρακτήρων, η τυπογραφική ιδιοσυγκρασία, το βάθος της χάραξης, η διάβρωση του λίθου από τον χρόνο, αποτελεί ένα αυτοτελές αισθητικό πεδίο. Η μισοσβησμένη επιγραφή γίνεται μέρος της vanitas εικονογραφίας: όπως τα μαραμένα τριαντάφυλλα, τα κρανία, τα σβησμένα κεριά ή οι άδειες κλεψύδρες στις νεκρικές φύσεις του δέκατου έβδομου αιώνα, έτσι και τα επιτύμβια μιλουν και για τη φθορά της ίδιας της μνήμης. Ο λίθος δεν είναι αναλλοίωτος· ο χρόνος προσβάλλει ακόμη και το μέσο που επιστρατεύθηκε για να τον αντιστρατευθεί.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η κατηγορία των επιγραφών που συντάχθηκαν από τον ίδιο τον μελλοντικό κεκοιμημένο. Αυτές οι χαράξεις έχουν τη μορφή ενός τελευταίου, απόκοσμου μονόλογου που δεν απευθύνεται σε κάποιον ονομαστί, αλλά αιωρείται ως εσώτερη πρόζα στον χρόνο, αναζητώντας παραλήπτη. Το είδος αυτό συγγενεύει με τα Testamentary Poems του Rainer Maria Rilke, εκείνα τα ποιήματα όπου ο αποχαιρετισμός δεν εκφέρεται ως θρηνητική εξομολόγηση, αλλά αποτελεί την ποιητική προετοιμασία του τέλους.
Δεν είναι ολίγες οι επιγραφές που συνιστούν φιλοσοφικά αποφθέγματα οικουμενικής εμβέλειας. Στον τάφο του Paul Éluard, η φράση "Je suis en toi et je t' attends", "Είμαι μέσα σου και σε αναμένω", μπορεί να αναγνωσθεί ταυτόχρονα ως ερωτικό παράδοξο, ως μυστικιστική αναμονή και ως υπόσχεση μιάς συνάντησης που δεν ορίζεται πλέον από τον χρόνο.
Σε άλλες περιπτώσεις, τα επιτύμβια λειτουργούν ως μορφές ερωτικού διαλόγου. Διπλοί τάφοι, παράλληλες επιγραφές, αμοιβαίες αφιερώσεις και διασταυρούμενες φράσεις δημιουργούν την εντύπωση ότι ο ένας νεκρός εξακολουθεί να απευθύνεται στον άλλον. Εδώ η μνήμη δεν είναι μονόδρομη ούτε μονολογική· γίνεται διαλογική, σχεσιακή, ερωτική στη δομή της. Τάφοι τέτοιας υφής κατοικούν το παρελθόν, το αναπνέουν, το κρατούν ζωντανό με κάθε επίσκεψη και κάθε αναγνώστη που σταματά και, διαβάζει.
Η παράδοση της ελεγείας είναι πανταχού παρούσα. Από τους Propertius και Tibullus έως τον Mallarmé και τον Valéry, η ποίηση της απώλειας διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα, όπου η θλίψη δεν εκρήγνυται σε κραυγή. Αυτή η ελεγειακή σιγή διατρέχει τα παρισινά επιτύμβια, τα οποία δεν διακηρύσσουν τον θάνατο με δραματική έξαρση, αλλά τον περιβάλλουν με την ευπρέπεια της διακριτικότητας.
Συγχρόνως, μιά ξεχωριστή κατηγορία επιγραφών φέρει τόνους σκοτεινού ρομαντισμού ή και γοτθικού αισθητισμού: επιτύμβια που επιστρατεύουν λέξεις όπως "σκότος", "σιωπή", "νύχτα", ή σιβυλλικές φράσεις όπως "Je dors sans rêve", "Κοιμάμαι χωρίς όνειρο"και "I am gone into silence", αποτάσσονται κάθε λυτρωτικό σχήμα, κάθε παρηγορητική επίστρωση και παραδίδονται στην καθαρή αποδοχή του τέλους.
Ιδιαιτέρως συγκλονιστικά παραμένουν τα επιτύμβια που αφιερώνονται σε παιδιά. Με τη μινιμαλιστική λιτότητά τους, κατορθώνουν να μεταγγίσουν την τραγωδία με την ένταση συγκρατημένης αλλά σπαρακτικής κραυγής: "Notre petit ange", "Trop beau pour ce monde", "Too beautiful for this world". Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιτύμβια φράση δεν αποσκοπεί στην παρηγορία· επιδιώκει μόνον να αποδώσει, έστω λεκτικά, το αδιανόητο.
Σε ευφυέστερες ή αυτοσαρκαστικές περιπτώσεις, συναντά κανείς επιτύμβια που υιοθετούν τον τόνο ευτράπελου. Από το κλασσικό "I told you I was sick" έως το μεταμοντέρνο "This is not a pipe", σε αναφορά στον René Magritte, μεταποιούν τον θάνατο σε γλωσσικό παιχνίδι. Εδώ το επιτύμβιο χαρίζει ένα ύστατο ευφυολόγημα, μιά ελεγεία μεταμφιεσμένη σε σάτιρα κι ένα χαμόγελο ως έσχατο αποχαιρετισμό.
Τέλος, υπάρχει και η κατηγορία των επιγραφών που διατυπώνονται ως ερώτημα: "Pourquoi?", "Et maintenant?", "Where did you go?" Πρόκειται για φράσεις χωρίς αποδέκτη, για λεκτικά απορητικά θραύσματα που μοιάζουν να αναφύονται από την ίδια τη γή.
VI. Τα Παρισινά Νεκροταφεία, Αρχείο Ψυχών
Τα παριζιάνικα νεκροταφεία είναι πολυεπίπεδα αρχεία όπου η ατομική βιογραφία, η πολιτιστική ιστορία και η συλλογική μνήμη αλληλοδιαπλέκονται, υφαίνοντας ένα πλέγμα που υπερβαίνει κατά πολύ τη φυσική παρουσία των ταφικών μνημείων. Κάθε τάφος αφηγείται μιά ιστορία· όχι μόνον τη βιοτή του κεκοιμημένου, αλλά και τις αξίες, τις προκαταλήψεις και τις φιλοδοξίες της εποχής που τον διέπλασε.
Πόσοι, όμως, επισκέπτονται σήμερα αυτά τα νεκροταφεία; Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: το Père Lachaise προσελκύει περισσότερους από τριάμισι εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως, γεγονός που το καθιστά το πλέον επισκέψιμο νεκροταφείο στον κόσμο. Για να αποτιμηθεί η κλίμακα αυτού του φαινομένου, αρκεί μιά σύγκριση: το Λούβρο, το δημοφιλέστερο μουσείο του πλανήτη, υποδέχεται περίπου εννιάμισι εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο. Το νεκροταφείο, συνεπώς, έχει πλέον μεταβληθεί σε πολιτιστικό θέλγητρο, ικανό να συνομιλεί με τα μεγάλα μουσειακά ιδρύματα· ένα υπαίθριο μουσείο όπου τα εκθέματα είναι οι ίδιοι οι νεκροί. Ο "ταφικός τουρισμός" συνιστά πλέον αναγνωρισμένη κατηγορία πολιτιστικής περιήγησης με τη δική του αισθητική και τη δική του φιλοσοφία.
Ποιοί, όμως, θα προστεθούν εφεξής στο μουσείο αυτό; Η απάντηση είναι: ελάχιστοι. Το Père Lachaise παραμένει ενεργό νεκροταφείο και εξακολουθεί να δέχεται νέες ταφές, αλλά υπό όρους αυστηρούς και περιοριστικούς. Η ταφή επιτρέπεται αποκλειστικά σε όσους απεβίωσαν εντός των ορίων του Παρισιού ή είχαν εκεί την κατοικία τους. Στο Père Lachaise, η πρόσβαση είναι ακόμη δυσχερέστερη: η ύπαρξη λίστας αναμονής και η σπανιότητα διαθέσιμων θέσεων είναι ένα προνόμιο που αποκτούν κυρίως οι πολύ εύποροι, οι επιφανείς ή όσοι διαθέτουν ήδη οικογενειακό δικαίωμα επί του χώρου.
Οι παράδοξες ταφές και οι μεταθανάτιες περιπέτειες των σωμάτων ή των μνημείων φωτίζουν ακόμη περισσότερο αυτές τις αντιφάσεις: ο διαχωρισμός της καρδιάς του Chopin από το σώμα του, η απουσία της George Sand από το πλευρό εκείνου που υπήρξε η μεγάλη αγάπη της ζωής του, η μεταμόρφωση της Marie Duplessis από εταίρα σε τραγική ηρωίδα, η βεβήλωση του τάφου του Wilde από την αχαλίνωτη λατρεία των θαυμαστών του· όλα αυτά ανασκαλεύουν τις υποδόριες αντιφάσεις στον τρόπο που οι κοινωνίες θυμούνται και τιμούν τους νεκρούς τους.
Η αντίληψη του τάφου ως αφήγησης της ζωής και της ιστορίας επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη. Η μνήμη, ως ζώσα δύναμη, δεν παραμένει ακίνητη· μεταφέρεται από κοινωνίες που την επικαλούνται, την αναπλάθουν και ενίοτε την παραποιούν. Βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση, ανοιχτή στη διαλεκτική του θυμάμαι και του λησμονώ.
Τα νεκροταφεία εκπροσωπούν ακριβώς αυτή την αμφίθυμη διαλεκτική: ορισμένοι τάφοι διατηρούνται με επιμελή ευλάβεια, άλλοι εγκαταλείπονται και αποσυντίθενται. Η ατομική και η συλλογική μνήμη συγκρούονται και αλληλοδιαπλέκονται· κάποια ονόματα εξακολουθούν να ακτινοβολούν, ενώ άλλα υποχωρούν αργά στην αχλύ της λήθης.
Η αδιάλειπτη προσέλευση των επισκεπτών, περισσότεροι από τρία εκατομμύρια ετησίως μόνο στο Père Lachaise, μαρτυρεί ότι αυτοί οι χώροι εξακολουθούν να ασκούν μιάν ακατανίκητη έλξη. Είναι απλώς επικράτειες κοσμικού προσκυνήματος, όπου οι ζώντες αναζητούν μιά μυστική συνομιλία με το παρελθόν, με τις μορφές που θαύμασαν, με τα ονόματα που εξακολουθούν να κατοικούν τη συλλογική φαντασία.
Σήμερα, τα νεκροταφεία φωτογραφίζονται, χαρτογραφούνται ψηφιακά, και οι τάφοι καταχωρίζονται σε βάσεις δεδομένων όπως το Find a Grave. Η ψηφιοποίηση της μνήμης επιτρέπει μιά νέα μορφή αθανασίας μέσω της εικονικής αναπαράστασης των μνημείων, προσβάσιμης από οποιοδήποτε σημείο της υφηλίου. Αυτή η εξέλιξη εγείρει ερωτήματα για το μέλλον των νεκροταφείων: θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν ως φυσικοί τόποι προσέλευσης ή θα μεταβληθούν σταδιακά σε υβριδικούς χώρους, όπου το υλικό και το ψηφιακό, το ταφικό μνημείο και η διαδικτυακή του εικόνα, θα συνυπάρχουν σε μιά νέα οικονομία της μνήμης; Η πέτρα, το μάρμαρο, η σκουριά, τα άνθη και η φθορά θα συνυπάρχουν με τις φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης, τις βάσεις δεδομένων, τις εικονικές περιηγήσεις και τα ψηφιακά επιτάφια σχόλια; Η μνήμη, άλλοτε ριζωμένη στον τόπο, αρχίζει πλέον να αποκτά και μιαν άλλη άτοπη, άυλη μορφή.
Το νεκροταφείο ως αισθητική εμπειρία και φιλοσοφική πρόσκληση προσφέρει έναν τρόπο να αναστοχαστούμε τη θνητότητα και τη μνήμη πέρα από κάθε θρησκευτικό πλαίσιο. Για τον σύγχρονο επισκέπτη, η περιπλάνηση στα δενδροσκέπαστα μονοπάτια του Père Lachaise ή στις σκιερές ανηφοριές της Μοντμάρτρης είναι περισσότερο μιά άσκηση υπαρξιακής εγρήγορσης. Τα νεκροταφεία μάς προτρέπουν διερωτηθούμε για τη φύση της δόξας και της λήθης, για τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Τα σύγχρονα ζητήματα της μνήμης, η αποδόμηση και η επανεγγραφή της ιστορίας, βρίσκουν στα παριζιάνικα νεκροταφεία ένα εξαιρετικά εύγλωττο αντίκρισμα. Ποιοί αξίζουν να διασώζονται στη μνήμη των επιγόνων; Ποιών οι ιστορίες οφείλουν να αφηγούνται; Πώς αντιμετωπίζουμε τις ζοφερές πτυχές της ιστορίας, τους αποκλεισμούς, τις διακρίσεις, τη σιωπή;
Εν τέλει, τα μυστικά των παριζιάνικων νεκροταφείων δεν είναι τόσο απόκρυφα όσο αλήθειες κρυμμένες εν τω φανερώ· αλήθειες για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες διαμορφώνουν τη μνήμη τους, τιμούν τους νεκρούς τους και αντιμετωπίζουν το αίνιγμα της θνητότητας. Αυτά τα νεκροταφεία μάς διδάσκουν ότι η μνήμη δεν είναι παθητική αλλά ενεργητική, όχι στατική αλλά ρευστή και δυναμική, όχι μονοφωνική αλλά πολυφωνική και αμφίσημη. Μέσω των τάφων, των επιτύμβιων επιγραφών, των μνημείων και των ιστοριών που αφηγούνται, τα παριζιάνικα νεκροταφεία εξακολουθούν να μάς καλούν να αντικρίσουμε το παρελθόν όχι ως κάτι νεκρό, αλλά ως κάτι ζωτικό και παρόν, που διαπλάθει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο που μας περιβάλλει...

